Από τότε που θυμάται τον εαυτό της, η Aimee Pugh Bernard δεν χρειαζόταν ποτέ πολύ ύπνο. Στην καθημερινότητά της πέφτει για ύπνο περίπου στις 10 το βράδυ και στις 4:30 το πρωί είναι ήδη ξύπνια. Δεν ακολουθεί την πρωινή ρουτίνα των πιο διάσημων CEOs για να είναι πιο παραγωγική – απλώς δεν μπορεί να κοιμηθεί άλλο. «Είμαι εντελώς ξύπνια. Δεν μπορώ να μείνω στο κρεβάτι», λέει στο BBC.
Ακόμη και όταν κοιμηθεί μόλις πέντε ώρες, η καθηγήτρια Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο ξυπνά γεμάτη ενέργεια. Βγάζει βόλτα τον σκύλο της, γυμνάζεται για μία ώρα και πριν από τις 8 το πρωί έχει ήδη δουλέψει για μιάμιση ώρα. Για τους φίλους της, αυτή η αντοχή με τόσο λίγο ύπνο μοιάζει αξιοπερίεργη. Για την οικογένειά της, όμως, δεν είναι πρωτόγνωρη, αφού ο πατέρας και ο αδελφός της κοιμούνται με παρόμοιο τρόπο.
Το 2019 η Bernard έμαθε ότι φέρει μια σπάνια γενετική παραλλαγή που συνδέεται με τον οικογενή φυσικό βραχύ ύπνο (Familial Natural Short Sleep – FNSS). Πιο απλά, ανήκει σε μια μικρή κατηγορία ανθρώπων που φαίνεται να χρειάζονται εκ φύσεως πολύ λιγότερο ύπνο από τους υπόλοιπους, χωρίς να εμφανίζουν κατ’ ανάγκην τις συνέπειες που θα είχε για τους περισσότερους η χρόνια έλλειψή του.
Τι λένε τα ερευνητικά δεδομένα
Τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες αρχίζουν να κατανοούν καλύτερα έναν από τους λόγους για αυτή την εξαίρεση: τα γονίδια. Υπολογίζεται ότι περίπου το 30% έως 65% των διαφορών που παρατηρούνται στη διάρκεια του ύπνου μπορεί να αποδοθεί σε κληρονομικούς παράγοντες. Σε νέα ανάλυση δεδομένων από σχεδόν 650.000 ενηλίκους εντοπίστηκαν περίπου 244 περιοχές του γονιδιώματος που σχετίζονται με τη διάρκεια του ύπνου.
Σύμφωνα με την επικεφαλής συγγραφέα, γενετίστρια Isabelle Austin-Zimmerman από το King’s College London, καθεμία από τις συχνές γενετικές παραλλαγές, μεμονωμένα, αντιστοιχεί σε διαφορά μόλις περίπου ενός λεπτού ύπνου. Συνδυαστικά, όμως, οι γενετικές διαφορές μπορεί να εξηγούν περίπου 20 λεπτά διαφοράς στη διάρκειά του.
Το μεγάλο επιστημονικό ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί κοιμούνται λιγότερο, αλλά πώς φαίνεται να αντέχουν τόσο καλά με τόσο λίγο ύπνο. Η μοριακή βιολόγος Ying-Hui Fu και η ερευνητική ομάδα του University of California, San Francisco έχουν εντοπίσει τα τελευταία χρόνια σειρά σπάνιων μεταλλάξεων που συνδέονται με τον φαινότυπο FNSS.
Πειράματα σε ζώα έχουν δώσει μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ένδειξη: ορισμένες από αυτές τις γενετικές παραλλαγές ενδέχεται όχι μόνο να μειώνουν τη διάρκεια του ύπνου, αλλά και να προσφέρουν κάποιο βαθμό προστασίας από ορισμένες συνέπειες της στέρησής του. Σε μελέτη του 2019, ποντίκια που έφεραν σχετική μετάλλαξη κοιμούνταν λιγότερο, χωρίς να εμφανίζουν τα αναμενόμενα ελλείμματα μνήμης. Άλλη πειραματική έρευνα έδειξε μειωμένη ανάπτυξη παθολογικών χαρακτηριστικών που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Αν και αυτά τα ευρήματα παραμένουν πειραματικά, υπάρχει μια μελέτη του 2014 που εξέτασε δύο διζυγωτικούς δίδυμους αδελφούς. Ο ένας έφερε μια μετάλλαξη που σχετίζεται με τον φυσικά βραχύ ύπνο, ενώ ο άλλος όχι. Ο φορέας της μετάλλαξης κοιμόταν συστηματικά περίπου μία ώρα λιγότερο. Όταν, όμως, οι ερευνητές κράτησαν και τους δύο ξύπνιους επί 38 συνεχόμενες ώρες, εκείνος παρουσίασε περίπου 40% λιγότερες αστοχίες στην απόδοση σε σχέση με τον αδελφό του.
Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης κάποιες ενδιαφέρουσες διαφορές στον τρόπο που ξεκουράζονταν τα δύο αδέρφια. Παρότι ο αδερφός με την μετάλλαξη κοιμόταν λιγότερες ώρες, είχε σχεδόν την ίδια ποσότητα non-REM ύπνου, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο ύπνος βραδέων κυμάτων, ο λεγόμενος «βαθύς ύπνος». Μια πιθανή εξήγηση είναι επομένως ότι ορισμένοι φυσικοί short sleepers, όπως τους έχουν ονομάσει οι επιστήμονες, μπορεί να «χωρούν» σε λιγότερες ώρες μεγαλύτερο μέρος του αποκαταστατικού ύπνου που χρειάζονται. Το πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό παραμένει υπό διερεύνηση.
Η παγίδα του «δε χρειάζεται να κοιμηθώ παραπάνω»
Μπορεί, όμως, κάποιος να επαναπαυτεί πραγματικά στον λίγο ύπνο; Σε χαρακτηριστική μελέτη, υγιείς ενήλικες περιορίστηκαν σε τέσσερις ή έξι ώρες ύπνου κάθε βράδυ. Η απόδοσή τους σε γνωστικά τεστ χειροτέρευε προοδευτικά, αλλά έπειτα από δύο εβδομάδες οι ίδιοι δήλωναν ότι αισθάνονταν μόνο «ελαφρώς» νυσταγμένοι. Με άλλα λόγια, η λειτουργικότητά τους μειωνόταν χωρίς να το αντιλαμβάνονται πλήρως.
Η γενετική προδιάθεση για λιγότερο ύπνο δεν είναι επίσης πάντοτε προστατευτική. Μελέτη σε 343 γυναίκες με διπολική διαταραχή που είχαν γεννήσει έδειξε ότι όσες είχαν μεγαλύτερη γενετική προδιάθεση για βραχύ ύπνο εμφάνιζαν περίπου τον μισό κίνδυνο επιλόχειας ψύχωσης. Αντίθετα, άλλες γενετικές μελέτες έχουν συσχετίσει παραλλαγές που σχετίζονται με μικρότερη διάρκεια ύπνου με αϋπνία, κόπωση, ΔΕΠΥ, καταθλιπτικά συμπτώματα και διαβήτη τύπου 2, χωρίς αυτό να αποδεικνύει αιτιώδη σχέση.
Θα μπορούσαμε κάποτε να χρειαζόμαστε λιγότερο ύπνο;
Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο κάποιοι αρκούνται από φυσικού τους σε λιγότερες ώρες ύπνου (short sleepers) έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον της φαρμακευτικής έρευνας. Θεωρητικά, οι μηχανισμοί αυτοί θα μπορούσαν κάποτε να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη νέων θεραπειών. Μέχρι τότε, πάντως, τα συγκεκριμένα ευρήματα μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να κατανοήσουν καλύτερα γιατί κοιμούνται με τον τρόπο που κοιμούνται.
Για την Bernard, το γεγονός ότι έμαθε πως είναι φορέας μιας από τις γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με το FNSS την απάλλαξε από ένα μέρος της πίεσης που αισθανόταν. Ως επιστήμονας, γνώριζε ήδη ότι υπάρχουν φυσικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων και τον ύπνο. Πάντα εκτιμούσε τον επιπλέον χρόνο που της χάριζε το πρωινό ξύπνημα, καθώς μπορούσε να ξεκινά νωρίτερα τη δουλειά της, την ώρα που ο σύζυγος και τα παιδιά της εξακολουθούσαν να κοιμούνται βαθιά.
Παρόλα αυτά, η καθηγήτρια αναρωτιόταν εάν απλώς δεν ήταν καλή στο να χαλαρώνει ή εάν η αδυναμία της να κοιμηθεί περισσότερο αποτελούσε ένδειξη ότι είχε αναλάβει υπερβολικά πολλές υποχρεώσεις. «Τώρα έχω μια απάντηση», λέει. «Ξέρω ότι, γενετικά, έτσι είμαι. Και απλώς θα πρέπει να το αποδεχτώ» καταλήγει.
Διαβάστε επίσης
Πόσες ώρες ύπνου ανανεώνουν και πόσες «γερνούν» το σώμα – Η επιστήμη απαντά