Μία πολύχρωμη σαλάτα γεμάτη φρέσκα λαχανικά. Ένα λαχταριστό smoothie με φρούτα. Ένα πιάτο χωρίς ζάχαρη, χωρίς πρόσθετα, χωρίς «ενοχές». Στα social media, η καθαρή διατροφή μοιάζει συχνά με υπόσχεση ευεξίας: Aν φας σωστά, θα νιώσεις καλύτερα, θα δείχνεις καλύτερα, θα έχεις τον έλεγχο.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει με άρθρο της στο The Conversation η καθηγήτρια Gemma Sharp, ειδικός στις διατροφικές διαταραχές και την εικόνα σώματος στο Adelaide University, η γραμμή ανάμεσα στο ενδιαφέρον για την υγιεινή διατροφή και στην εμμονή με το «καθαρό» φαγητό μπορεί να γίνει επικίνδυνα λεπτή.
Η καθαρή διατροφή συνήθως περιγράφεται ως η επιλογή τροφών που είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στη φυσική τους μορφή: Περισσότερα φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ξηροί καρποί, λιγότερα υπερεπεξεργασμένα προϊόντα, ζάχαρη ή πρόσθετα. Ως βασική ιδέα, δεν ακούγεται προβληματική. Ποιος δεν θα ήθελε να τρώει πιο θρεπτικά;
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το «καθαρό» γίνεται από επιλογή κανόνας. Και μετά φόβος. Και μετά ενοχή.
Η ίδια η λέξη κρύβει μία παγίδα. Αν υπάρχουν «καθαρές» τροφές, τότε υπάρχουν και «βρώμικες». Αν κάποιος τρώει «σωστά», τότε κάποιος άλλος τρώει «λάθος». Έτσι, η διατροφή παύει να είναι απλώς ένας τρόπος φροντίδας του σώματος και γίνεται μέτρο αυτοπειθαρχίας, αξίας και ελέγχου.
Σύμφωνα με την Gemma Sharp, η τάση αυτή μπορεί να επηρεάσει την ευεξία όταν οδηγεί σε αυστηρούς κανόνες, κοινωνικό περιορισμό ή έντονη δυσφορία κάθε φορά που κάποιος τρώει κάτι έξω από το προσωπικό του «επιτρεπτό» πλαίσιο. Το φαγητό δεν είναι πια απόλαυση, ανάγκη ή κοινωνική εμπειρία. Γίνεται τεστ χαρακτήρα.
Η εμμονή με την καθαρή διατροφή έχει συνδεθεί με διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές και με την ορθορεξία, έναν όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την υπερβολική προσκόλληση στην «υγιεινή» κατανάλωση τροφής. Δεν πρόκειται απλώς για κάποιον που προσέχει τι τρώει. Πρόκειται για μία σχέση με το φαγητό που γίνεται άκαμπτη, αγχωτική και συχνά περιοριστική.
Ένα από τα σημάδια ότι η καθαρή διατροφή έχει αρχίσει να γίνεται πρόβλημα είναι όταν ο άνθρωπος νιώθει έντονη ενοχή ή άγχος μετά από ένα γεύμα που θεωρεί «μη καθαρό». Άλλο σημάδι είναι όταν αποφεύγει εξόδους, τραπέζια ή κοινωνικές περιστάσεις επειδή δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα το φαγητό που θα σερβιριστεί. Η διατροφή τότε δεν οργανώνει απλώς την καθημερινότητα. Την περιορίζει.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι ότι το «καθαρό» δεν έχει έναν σαφή, επιστημονικά συμφωνημένο ορισμό. Για άλλους σημαίνει χωρίς ζάχαρη. Για άλλους χωρίς γλουτένη. Για άλλους βιολογικά προϊόντα, plant-based επιλογές, ωμές τροφές ή αποφυγή κάθε επεξεργασμένης τροφής. Αυτό το θολό πλαίσιο αφήνει μεγάλο χώρο σε influencers, trends και προϊόντα που υπόσχονται υγεία, χωρίς πάντα να στηρίζονται σε επαρκή επιστημονικά δεδομένα.
Και κάπως έτσι, μία κατά τα άλλα θετική πρόθεση – να φροντίσω καλύτερα το σώμα μου – μπορεί να μετατραπεί σε καθημερινή αγωνία: διάβασμα ετικετών, αποκλεισμός τροφών, φόβος για τα «λάθος» συστατικά, ντροπή μετά από ένα γλυκό, αίσθηση αποτυχίας μετά από ένα συνηθισμένο γεύμα.
Η Gemma Sharp τονίζει ότι το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσουμε να ενδιαφερόμαστε για τη διατροφή μας. Το πρόβλημα δεν είναι τα λαχανικά, τα όσπρια ή η προσπάθεια να μειώσουμε τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Το πρόβλημα είναι όταν η υγιεινή διατροφή γίνεται άκαμπτη ταυτότητα και όταν η αξία μας αρχίζει να μετριέται με βάση το τι βάλαμε ή δεν βάλαμε στο πιάτο μας.
Ένας πιο ισορροπημένος τρόπος σκέψης είναι να βλέπουμε τη διατροφή ως φροντίδα και όχι ως ηθική αξιολόγηση. Το φαγητό δεν είναι «καθαρό» ή «βρώμικο». Είναι περισσότερο ή λιγότερο θρεπτικό, περισσότερο ή λιγότερο συχνό, περισσότερο ή λιγότερο χρήσιμο για τις ανάγκες μας τη δεδομένη στιγμή.
Και η υγεία δεν χτίζεται από ένα γεύμα. Χτίζεται από τη συνολική σχέση που έχουμε με το σώμα, το φαγητό, την απόλαυση, την κίνηση, τον ύπνο, την ψυχική μας κατάσταση και την καθημερινότητά μας.
Ίσως λοιπόν η πιο υγιής ερώτηση να μην είναι «έφαγα αρκετά καθαρά σήμερα;». Ίσως να είναι: «Μου κάνει καλό ο τρόπος που σκέφτομαι το φαγητό;».
Γιατί όταν η διατροφή γεμίζει τη ζωή με φόβο, ενοχές και περιορισμούς, τότε όσο «καθαρό» κι αν μοιάζει το πιάτο, η σχέση με το φαγητό χρειάζεται περισσότερη φροντίδα.
Διαβάστε επίσης
Φούσκωμα και καούρα μετά το γεύμα; Τρία φυσικά «αντίδοτα» για τη δυσπεψία
Τέσσερις λόγοι που οι γαστρεντερολόγοι θέλουν να τρώμε αυτή την πρωτεΐνη πιο συχνά