Η ηλικία στην οποία ένα παιδί έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποδειχθεί πιο καθοριστική για την ψυχική υγεία του από το αν διαθέτει δικό του λογαριασμό. Αυτό δείχνει νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, λίγους μήνες μετά την εισαγωγή περιορισμών στην Αυστραλία για τη χρήση social media από άτομα κάτω των 16 ετών.

Η δημοσίευση έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία οι μεγάλες πλατφόρμες δέχονται αυξανόμενη νομική και πολιτική πίεση για την ασφάλεια των παιδιών στο διαδίκτυο.

Υπενθυμίζεται ότι η Meta κατέληξε σε συμβιβασμό με 29 πολιτείες των ΗΠΑ για υπόθεση που αφορούσε την ασφάλεια ανηλίκων σε Facebook και Instagram. Σύμφωνα με το Reuters, η εταιρεία θα καταβάλει έως 16,68 δισ. δολάρια, ενώ οι πολιτείες την κατηγορούσαν ότι σχεδίασε τις εφαρμογές της με τρόπο που μπορεί να ενισχύει την καταναγκαστική χρήση από ανηλίκους, παραπλάνησε τους καταναλωτές για την ασφάλειά τους και συνέλεξε προσωπικά δεδομένα παιδιών χωρίς την απαιτούμενη γονική συναίνεση.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η νέα μελέτη μετακινεί το βάρος της συζήτησης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένα παιδί έχει προφίλ στα social media, αλλά και πότε αρχίζει να εκτίθεται σε αυτά.

Οι ερευνητές εξέτασαν τρεις βασικές παραδοχές πίσω από την πολιτική απαγόρευσης στην Αυστραλία:

  • αν οι έφηβοι χωρίς λογαριασμό σταματούν πράγματι τη χρήση,
  • αν η ύπαρξη προφίλ αποτελεί τον βασικό παράγοντα κινδύνου για την ψυχική υγεία τους, και
  • αν η μικρότερη ηλικία πρώτης χρήσης συνδέεται με περισσότερα προβλήματα.

Στην έρευνα συμμετείχαν 365 έφηβοι ηλικίας 10 έως 15 ετών και ένας γονέας τους. Το 70% των παιδιών είχε ήδη χρησιμοποιήσει μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περίπου ένας στους δύο είχε δικό του λογαριασμό, ενώ η μέση ηλικία πρώτης επαφής ήταν τα 11 έτη.

Η ανάλυση έδειξε ότι τόσο η προγενέστερη χρήση όσο και η μικρότερη ηλικία πρώτης επαφής συνδέονταν με περισσότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Αντίθετα, η ύπαρξη λογαριασμού εμφάνιζε ασθενέστερη συσχέτιση και σχετίστηκε σημαντικά μόνο με ενδείξεις άγχους.

Κρίσιμο όχι μόνο το «αν» αλλά και το «πότε»

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα στοιχεία αλλάζουν το κέντρο βάρους: η πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει σημασία, όμως εξίσου καθοριστικό – ίσως και περισσότερο – είναι το πόσο νωρίς ξεκινά.

Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Susanne Schweizer, επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας, σημειώνει ότι η καθυστέρηση της πρώτης έκθεσης μπορεί να αποτελέσει μια πολλά υποσχόμενη στρατηγική, ειδικά όταν συνδυάζεται με εκπαίδευση στην ψηφιακή συμπεριφορά και την ασφαλή χρήση.

Η επισήμανση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η σχέση ανάμεσα στα social media και την ψυχική υγεία των εφήβων δεν είναι γραμμική ούτε απόλυτη. Προηγούμενες ανασκοπήσεις έχουν αναδείξει μικρές μόνο συσχετίσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, οι πλατφόρμες ενσωματώνουν μηχανισμούς που μπορεί να επιβαρύνουν τις πιο ευάλωτες ηλικίες, όπως η κοινωνική σύγκριση και η θέαση ακατάλληλου περιεχομένου.

Τα όρια ηλικίας δεν εγγυώνται αποχή

Ένα από τα ενδεικτικά σημεία της μελέτης αφορά το πώς οι ίδιοι οι έφηβοι σκόπευαν να αντιδράσουν στους περιορισμούς της Αυστραλίας:

  • Το 25% των χρηστών δήλωσε ότι θα σταματούσε εντελώς τη χρήση social media μετά την εφαρμογή των νέων κανόνων, ενώ
  • το 75% σχεδίαζε να συνεχίσει: κάποιοι επειδή πλησίαζαν τα 16, άλλοι χωρίς λογαριασμό, ενώ 35% ανέφερε ότι θα αναζητούσε τρόπο να παρακάμψει τους περιορισμούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική έχει ήδη αποτύχει. Οι συμπεριφορές μπορεί να μεταβληθούν όταν ένας νόμος καθιερωθεί και αρχίσει να λειτουργεί ως κοινωνικός κανόνας. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι η πραγματική επίδραση των περιορισμών πρέπει να αξιολογηθεί σε βάθος χρόνου και σε διαφορετικά δείγματα του πληθυσμού.

Το ίδιο ζήτημα βρίσκεται και στον πυρήνα των αγωγών στις ΗΠΑ κατά της Meta και άλλων εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να τεθούν ηλικιακά όρια, αλλά να εξεταστεί πώς σχεδιάζονται οι πλατφόρμες, πώς ταυτοποιείται η ηλικία των χρηστών, πώς συλλέγονται τα δεδομένα των παιδιών και πόσο εύκολα οι ανήλικοι μπορούν να «βρίσκουν παραθυράκια» στα μέτρα.

Γιατί οι δια ζώσης σχέσεις παραμένουν αναντικατάστατες

Το ίδιο πεδίο φωτίζει και συνοδευτική μελέτη των ίδιων ερευνητών, που δημοσιεύθηκε στο JMIR Mental Health. Σε αυτήν συμμετείχαν 190 νέοι 18 έως 24 ετών, οι οποίοι παρείχαν στοιχεία από τις ρυθμίσεις χρήσης του κινητού τους και κατέγραφαν, τρεις φορές την ημέρα για μία εβδομάδα, πώς ένιωθαν μετά από διαδικτυακές ή δια ζώσης κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Ο συνολικός χρόνος στο κινητό δεν συνδέθηκε σημαντικά με άγχος ή κατάθλιψη. Αντίθετα, η παραμονή σε εφαρμογές διαδικτυακής κοινωνικής αλληλεπίδρασης – όπως social media και μηνύματα – σχετίστηκε με υψηλότερα επίπεδα άγχους. Επιπλέον, οι online επαφές άφηναν τους νέους να μην νιώθουν το ίδιο καλά, σε σχέση με τις προσωπικές συναντήσεις.

Οι πιο θετικές αντιδράσεις στις δια ζώσης επαφές συνδέθηκαν με λιγότερες ενδείξεις κατάθλιψης στη διάρκεια του μήνα παρακολούθησης. Για τις διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις, δεν φάνηκε η ίδια σχέση.

Όχι δαιμονοποίηση, αλλά πιο ώριμη χρήση

Τα ευρήματα δεν υποστηρίζουν ότι κάθε μορφή online επικοινωνίας είναι επιβλαβής. Για ορισμένους νέους, ειδικά για όσους είναι πιο κοινωνικά ευαίσθητοι ή δυσκολεύονται στις άμεσες επαφές, ο ψηφιακός χώρος μπορεί να προσφέρει προσωρινή άνεση, χρόνο για σκέψη και αίσθηση σύνδεσης.

Η συνολική εικόνα, όμως, αποτυπώνει το πώς η πραγματική ζωή παραμένει το Α και το Ω για την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη. Οι πλατφόρμες δεν είναι «καλές» ή «κακές». Η επίδρασή τους εξαρτάται από την ηλικία, την ευαλωτότητα, το είδος της χρήσης και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει κάθε παιδί.

Όσο πιο αργά ξεκινά η πρώτη έκθεσή τους, τόσο περισσότερο χρόνο έχουν τα παιδιά να χτίσουν ανθεκτικότητα, κοινωνικές δεξιότητες και υγιείς συνήθειες. Και όταν έρθει η ώρα να μπουν στον ψηφιακό κόσμο, χρειάζονται καθοδήγηση, διαφάνεια και ουσιαστική προστασία – όχι μόνο περιορισμούς.

Διαβάστε επίσης

Γιατί η δικαστική απόφαση για τη Meta είναι δικαίωση για την προστασία των ανηλίκων – O Γεώργιος Φλώρος αναλύει

Πώς η συμφωνία της Meta μπορεί να αλλάξει το Διαδίκτυο: Τι προβλέπει ο συμβιβασμός 35 σελίδων και η στάση της Ευρώπης

Κανόνες για όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απαιτεί ο ΟΗΕ μετά τη συμφωνία της Meta