Μελέτη από το Amsterdam UMC και το Πανεπιστήμιο της Γκάνας, που δημοσιεύθηκε στο Diabetologia, υποδεικνύει ότι ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να αναπτύσσεται μέσω διαφορετικών βιολογικών μηχανισμών ανάλογα με τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Στα άτομα με υψηλότερο ΔΜΣ φαίνεται να κυριαρχεί η αντίσταση στην ινσουλίνη, ενώ στους πιο αδύνατους ασθενείς το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται περισσότερο στην ανεπαρκή παραγωγή ινσουλίνης από το πάγκρεας. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σήμερα οι δύο ομάδες αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με παρόμοιο τρόπο.

Η γεωγραφία του διαβήτη

Στις εύπορες χώρες, περίπου 9 στους 10 ανθρώπους με διαβήτη τύπου 2 είναι υπέρβαροι. Στην Αφρική, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική. Σχεδόν 4 στους 10 ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 έχουν φυσιολογικό ή ακόμη και χαμηλό σωματικό βάρος, ενώ σε ορισμένες αγροτικές περιοχές, όπως στη Γκάνα, το ποσοστό μπορεί να φτάνει ακόμη και τους 6 στους 10. Όπως επισημαίνει η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, Sabrina Esmail, υπολογίζεται ότι περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι με διαβήτη στην αφρικανική ήπειρο είναι αδύνατοι και δεν ταιριάζουν στο κλασικό πρότυπο της νόσου. Στην περίπτωση αυτών των ασθενών, το πρόβλημα φαίνεται να είναι περισσότερο η έλλειψη επαρκούς ινσουλίνης, παρά η μειωμένη ανταπόκριση του οργανισμού σε αυτήν.

Ίδια διάγνωση, διαφορετικός μηχανισμός

Οι ερευνητές ανέλυσαν τα δεδομένα περισσότερων από 3.300 ενηλίκων αφρικανικής καταγωγής με διαβήτη τύπου 2 από τη Γκάνα, τη Νιγηρία, την Κένυα και την Ευρώπη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι διαφορές δεν περιορίζονται μόνο στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η νόσος, αλλά φαίνεται να επεκτείνονται και στις επιπλοκές της.

Οι πιο αδύνατοι ασθενείς εμφάνιζαν συχνότερα διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια και εγκεφαλικά επεισόδια. Αντίθετα, οι υπέρβαροι ασθενείς παρουσίαζαν συχνότερα υπέρταση και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η χρόνια νεφρική νόσος εμφανιζόταν με παρόμοια συχνότητα και στις δύο ομάδες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ποσότητα του σωματικού λίπους εξηγεί σημαντικό μέρος αυτών των διαφορών, ενισχύοντας την άποψη ότι πρόκειται για διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας διάγνωσης.

Ο ρόλος του υποσιτισμού και του χαμηλού βάρους γέννησης

Διαφορετικοί φαίνεται να είναι και οι παράγοντες κινδύνου. Στους υπέρβαρους ασθενείς, ο διαβήτης τύπου 2 συνδέεται συχνά με παράγοντες του τρόπου ζωής και αυξημένο σωματικό λίπος. Αντίθετα, στους αδύνατους ασθενείς συναντώνται συχνότερα ιστορικό υποσιτισμού ή χαμηλό βάρος γέννησης. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τέτοιες συνθήκες νωρίς στη ζωή μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη και τη λειτουργία του παγκρέατος, περιορίζοντας αργότερα την ικανότητά του να παράγει επαρκείς ποσότητες ινσουλίνης. Έτσι, ο διαβήτης τύπου 2 στους αδύνατους ασθενείς ενδέχεται να αποτελεί όχι απλώς μια παραλλαγή της κλασικής μορφής της νόσου, αλλά έναν διαφορετικό βιολογικό και κλινικό φαινότυπο.

Απαιτείται διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση;

Το σημαντικότερο ερώτημα που προκύπτει αφορά στη θεραπεία. Σήμερα, οι περισσότεροι αδύνατοι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 αντιμετωπίζονται με βάση κοινές διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, με φάρμακα όπως η μετφορμίνη ή οι σουλφονυλουρίες. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μια ενιαία θεραπευτική προσέγγιση ίσως να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των ασθενών, ειδικά όταν ο υποκείμενος μηχανισμός της νόσου διαφέρει.

Αυτό δε σημαίνει ότι έχει ήδη αποδειχθεί ποια θεραπεία είναι καλύτερη για τους αδύνατους ασθενείς. Αντίθετα, οι επιστήμονες ζητούν στοχευμένες κλινικές δοκιμές, που θα διερευνήσουν ποια θεραπευτική στρατηγική είναι αποτελεσματικότερη γι’ αυτή τη μεγάλη και συχνά παραμελημένη ομάδα.

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι σαφές: Ο διαβήτης τύπου 2 δεν είναι απαραίτητα η ίδια νόσος σε κάθε άνθρωπο. Το σωματικό βάρος, η παραγωγή ινσουλίνης, το ιστορικό ανάπτυξης και το μεταβολικό προφίλ μπορεί να καθορίζουν διαφορετικές μορφές της πάθησης και, μελλοντικά, ενδεχομένως διαφορετικές θεραπευτικές επιλογές.

Διαβάστε επίσης

Διαβήτης τύπου 2: Νέα θεωρία αλλάζει όσα ξέραμε για την αντίσταση στην ινσουλίνη

Διαβήτης: Το «ζωντανό» ρόφημα που ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα – 200ml αρκούν

Γιατί όλο και περισσότερες νέες γυναίκες 20-30 ετών έχουν διαβήτη τύπου 2