Οι άνθρωποι που φτάνουν τα 100 χρόνια δεν ζουν απλώς περισσότερο. Συχνά φαίνεται σαν να «καθυστερούν» και την εμφάνιση ασθενειών που συνδέονται με τη γήρανση. Το ερώτημα είναι αν αυτό το πλεονέκτημα «περνά» και στην επόμενη γενιά.
Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open δείχνει ότι οι ενήλικες με τουλάχιστον έναν γονέα που έζησε έως τα 100 είχαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου, καρδιαγγειακής νόσου και υπέρτασης σε σχέση με άτομα των οποίων οι γονείς είχαν μικρότερη διάρκεια ζωής.
Η έρευνα βασίστηκε σε τρεις μεγάλες μακροχρόνιες βάσεις δεδομένων: τη LonGenity στην περιοχή της Νέας Υόρκης, τη New England Centenarian Study στις ΗΠΑ και την UK Biobank στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συνολικά, αναλύθηκαν δεδομένα από 4.030 απογόνους αιωνόβιων και άτομα ελέγχου.
42% χαμηλότερος κίνδυνος θανάτου
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι απόγονοι όσων ξεπέρασαν τα 100 έτη είχαν χαμηλότερο:
- κατά 42% κίνδυνο θανάτου,
- κατά 33% κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου,
- κατά 32% κίνδυνο υπέρτασης.
Το όφελος δεν αφορούσε μόνο το ρίσκο, αλλά και τη στιγμή εμφάνισης των προβλημάτων. Κατά μέσο όρο, ο θάνατος επήλθε περίπου 3 χρόνια αργότερα και η υπέρταση περίπου 5 χρόνια ύστερα.
Πέρα από τον τρόπο ζωής
Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως το φύλο, η εκπαίδευση, το κάπνισμα και, όπου υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία, κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, κατανάλωση αλκοόλ, άσκηση και διατροφή. Και πάλι, τα ευρήματα παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό παρόμοια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τρόπος ζωής δεν παίζει ρόλο. Η υγιεινή διατροφή, η άσκηση, η αποφυγή του καπνίσματος και η ρύθμιση της πίεσης παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες για όλους. Η παρούσα ανάλυση, όμως, ενισχύει την ιδέα ότι σε οικογένειες με εξαιρετική μακροζωία μπορεί να υπάρχουν βιολογικοί ή γενετικοί μηχανισμοί που συμβάλλουν στην πιο υγιή γήρανση.
Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι οι αιωνόβιοι αποτελούν ένα ιδιαίτερο «μοντέλο», καθώς σε προηγούμενες έρευνες έχει φανεί ότι αργούν να εμφανίσουν νοσήματα όπως ο διαβήτης, η υπέρταση, ο καρκίνος, η άνοια και τα καρδιαγγειακά κατά δύο έως τρεις δεκαετίες.
Είναι, τελικά, η μακροζωία κληρονομική;
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η μακροζωία κληρονομείται. Ούτε σημαίνει ότι όποιος έχει γονέα που έφτασε τα 100 είναι «προστατευμένος» από ασθένειες. Δείχνει ότι οι απόγονοι των εξαιρετικά μακρόβιων ανθρώπων φαίνεται να συγκεντρώνουν πλεονεκτήματα που συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο ορισμένων νοσημάτων ή/ και καθυστερημένη εμφάνισή τους.
Το επόμενο βήμα είναι να εντοπιστούν οι παράγοντες που εξηγούν αυτό το φαινόμενο: γονίδια, μεταβολικά προφίλ, ανοσολογικοί μηχανισμοί ή συνδυασμοί βιολογικών και περιβαλλοντικών επιρροών.
Οπότε, τα παιδιά των αιωνόβιων μπορεί να προσφέρουν ένα πολύτιμο παράθυρο στο πώς γερνά ο οργανισμός πιο αργά και πιο υγιώς. Και η μελέτη τους ίσως βοηθήσει, στο μέλλον, στην ανάπτυξη παρεμβάσεων που θα μιμούνται τους φυσικούς μηχανισμούς της καλής μακροζωίας – όχι μόνο για όσους είχαν την τύχη να την… κληρονομήσουν.
Διαβάστε επίσης
48χρονος που θέλει να «ζήσει για πάντα» έχει αυτοάνοσο όπου το στομάχι του «τρώει τον εαυτό του»
Πατήστε γκάζι στη μακροζωία και φρενάρετε τη γήρανση – Τι κάνουν 3 λεπτά σπριντ στο σώμα