Για 27 χρόνια, η Vibeke Andersen ζούσε με φωνές που της έλεγαν ότι δεν αξίζει, ότι κανείς δεν νοιάζεται για εκείνη, ότι δεν μπορεί να αγαπηθεί. Η 53χρονη, που είχε διαγνωστεί με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, αναγκαζόταν να επισκέπτεται για χρόνια ψυχιατρικά νοσοκομεία, καθώς οι ακουστικές ψευδαισθήσεις επηρέαζαν την καθημερινότητα, τη συμπεριφορά και την αίσθηση του εαυτού της.

Το 2020 τής προτάθηκε μια πειραματική θεραπεία που έμοιαζε, αρχικά, παράδοξη: αντί να αποφεύγει τη φωνή, θα την αντιμετώπιζε πρόσωπο με πρόσωπο – μέσα στην εικονική πραγματικότητα (VR).

Ένα άβαταρ για τη «φωνή»

Η θεραπεία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος VIRTU, στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Κοπεγχάγης. Σύμφωνα με το Euronews, οι θεραπευτές δημιούργησαν, με ειδικό λογισμικό, ένα άβαταρ (εικονικός χαρακτήρας) βασισμένο στην περιγραφή της φωνής που άκουγε η Andersen. Ρύθμισαν την εμφάνιση και τον ήχο του, ώστε να μοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο με την εσωτερική εμπειρία της.

Όταν φόρεσε το σετ εικονικής πραγματικότητας, το άβαταρ εμφανίστηκε μπροστά της. Ο θεραπευτής, χρησιμοποιώντας λογισμικό μετασχηματισμού φωνής, έλεγε φράσεις παρόμοιες με εκείνες που άκουγε η ασθενής. Στόχος δεν ήταν να την εκθέσει σε μια τρομακτική εμπειρία, αλλά να τη βοηθήσει να απαντήσει, να αντισταθεί και να ανακτήσει τον έλεγχο.

Η διαδικασία ήταν δύσκολη. Σε κάποιο σημείο, οι θεραπευτές σκέφτηκαν ακόμη και να τη διακόψουν. Η ίδια, όμως, επέμεινε να συνεχίσει. Προς το τέλος της παρέμβασης, περιγράφει ότι ένιωσε για πρώτη φορά πως μπορούσε να διεκδικήσει χώρο απέναντι στη φωνή και να της ζητήσει να φύγει από τη ζωή της.

Τι έδειξε η κλινική δοκιμή

Η Andersen συμμετείχε στη μελέτη CHALLENGE, στην οποία πήραν μέρος 270 άτομα με διαταραχές του φάσματος της σχιζοφρένειας και επίμονες ακουστικές ψευδαισθήσεις. Οι συμμετέχοντες στην ομάδα της θεραπείας VR έλαβαν επτά συνεδρίες, ενώ η ομάδα σύγκρισης συνέχισε με την τυπική φροντίδα και πρόσθετη υποστηρικτική συμβουλευτική.

Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο The Lancet Psychiatry, έδειξαν ότι η θεραπεία με εικονική πραγματικότητα μείωσε σημαντικά τη συνολική σοβαρότητα των ακουστικών ψευδαισθήσεων στις 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Οι ασθενείς ανέφεραν ότι άκουγαν φωνές λιγότερο συχνά τόσο στις 12 όσο και στις 24 εβδομάδες.

Η Louise Birkedal Glenthøj, επικεφαλής της ομάδας VIRTU και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, δήλωσε στο Euronews Health ότι οι ερευνητές δεν θεωρούσαν δεδομένο πως μια τόσο πειραματική προσέγγιση θα μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει. Το ερώτημα ήταν αν οι ασθενείς θα άντεχαν να μπουν σε μια προσομοιωμένη πραγματικότητα και να αντικρίσουν το ίδιο τους το σύμπτωμα.

Γιατί μπορεί να βοηθά

Οι ερευνητές προσπαθούν ακόμη να κατανοήσουν τον ακριβή μηχανισμό. Μία πιθανή εξήγηση είναι η «εξωτερίκευση»: κάτι που ο ασθενής βιώνει ως εσωτερική, ανεξέλεγκτη εμπειρία μετατρέπεται σε κάτι που μπορεί να δει, να ακούσει και στο οποίο μπορεί να απαντήσει.

Η προσέγγιση, πάντως, δεν είναι κατάλληλη για όλους. Για ορισμένους ασθενείς μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονη ή να προκαλέσει προσωρινή αύξηση του άγχους και των συμπτωμάτων. Για αυτό, οι θεραπευτές τονίζουν ότι χρειάζεται προσεκτική προετοιμασία, εξατομίκευση και κλινική παρακολούθηση.

Πέρα από τη σχιζοφρένεια

Το πρόγραμμα VIRTU περιλαμβάνει πλέον περίπου 1.000 συμμετέχοντες σε μελέτες για διαφορετικές ψυχικές διαταραχές. Η εικονική πραγματικότητα δοκιμάζεται σε ψυχώσεις, διατροφικές διαταραχές, κοινωνικό άγχος, αυτισμό και κατάθλιψη, με την εμπειρία να προσαρμόζεται κάθε φορά στο βασικό σύμπτωμα.

Σε άτομα με διατροφικές διαταραχές, για παράδειγμα, ένα άβαταρ μπορεί να αντιπροσωπεύει την επικριτική «φωνή» της διαταραχής. Σε άλλες περιπτώσεις, η εικονική πραγματικότητα μπορεί να αναδημιουργήσει κοινωνικές καταστάσεις που προκαλούν άγχος, παρανοϊκές σκέψεις ή αποφυγή.

Το επόμενο βήμα για τους ερευνητές είναι η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης. Μία ιδέα είναι η ανάπτυξη ενός εικονικού θεραπευτή, στον οποίο οι ασθενείς θα μπορούν να έχουν πρόσβαση εκτός κλινικής, για να εξασκούν στρατηγικές αντιμετώπισης και να ενισχύουν όσα έμαθαν στη θεραπεία.

Για τη Vibeke Andersen, αυτή η πειραματική θεραπεία την απελευθέρωσε. Όπως ανέφερε, στην τελευταία συνεδρία της δεν είχε πια κάτι να αποχαιρετήσει: η φωνή είχε χαθεί. Πέντε χρόνια αργότερα, υποστηρίζει ότι δεν έχει επιστρέψει. «Είμαι ελεύθερη. Ζω τη ζωή μου όπως πάντα ονειρευόμουν».

Διαβάστε επίσης

Σxιζοφρένεια: Ο τρόπος ομιλίας που την προδίδει – Ο αλγόριθμος που κάνει διάγνωση

Πώς τα τραύματα της παιδικής ηλικίας αυξάνουν τον κίνδυνο ψύχωσης και σχιζοφρένειας

Ποιοι άνθρωποι δεν εμφανίζουν ποτέ σχιζοφρένεια – Το παράδοξο που εξηγεί η επιστήμη