*Γράφει η κυρία Εύα Κασσή, Ενδοκρινολόγος, Καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Υπεύθυνη του Κέντρου Εμπειρογνωμοσύνης Σπανίων Ενδοκρινικών Νοσημάτων μεταβολισμού ασβεστίου και φωσφόρου (Γ.Ν. ΛΑΙΚΟ), Mέλος της Διοικούσας Επιτροπής (Steering committee) του Ευρωπαϊκού Δικτύου Σπανίων Ενδοκρινικών Παθήσεων (ENDO-ERN) και Υπεύθυνη του Ευρωπαϊκού Δικτύου (ENDO-ERN) στην θεματική ενότητα των διαταραχών μεταβολισμού ασβεστίου-φωσφόρου

Τα σπάνια ενδοκρινικά νοσήματα που αφορούν τον μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου αποτελούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και δυναμικά εξελισσόμενο πεδίο της σύγχρονης Ενδοκρινολογίας. Το ασβέστιο και ο φώσφορος δεν είναι απλώς βασικά δομικά στοιχεία του σκελετού· συμμετέχουν καθοριστικά στη νευρομυϊκή αγωγιμότητα, στη σύσπαση του μυοκαρδίου, στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος, στη ρύθμιση της κυτταρικής σηματοδότησης και στην ενεργειακή ομοιόσταση. Η ομοιόστασή τους ρυθμίζεται από ένα σύνθετο ενδοκρινικό δίκτυο που περιλαμβάνει την παραθορμόνη, τη βιταμίνη D, τον παράγοντα FGF-23 και τη λειτουργία των νεφρών και του εντέρου.
Οι συχνότερες διαταραχές του οστικού μεταβολισμού, όπως η οστεοπενία και η οστεοπόρωση, αφορούν κυρίως γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, ενώ η οστεομαλακία λόγω ανεπάρκειας βιταμίνης D μπορεί να εμφανιστεί και στα δύο φύλα σε κάθε ηλικία, ιδιαίτερα σε συνθήκες μειωμένης ηλιακής έκθεσης ή δυσαπορρόφησης. Στα παιδιά, η αντίστοιχη εικόνα εκδηλώνεται ως ραχίτιδα. Πέρα όμως από αυτές τις συχνές καταστάσεις, υπάρχει μια ομάδα σπάνιων, συχνά γενετικών, νοσημάτων που διαταράσσουν τη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου και απαιτούν εξειδικευμένη διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση.
Κεντρική θέση κατέχουν οι διαταραχές των παραθυρεοειδών αδένων. Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός οφείλεται συνήθως σε αδένωμα παραθυρεοειδούς, μπορεί όμως να εντάσσεται σε κληρονομικά σύνδρομα, ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται σε νεαρή ηλικία. Αντίθετα, ο υποπαραθυρεοειδισμός μπορεί να είναι μετεγχειρητικός ή γενετικής αιτιολογίας και χαρακτηρίζεται από υποασβεστιαιμία, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει τετανία, επιληπτικές κρίσεις ή καρδιακές αρρυθμίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο υπερπαραθυρεοειδισμός συνυπάρχει με άλλες ενδοκρινοπάθειες στο πλαίσιο συνδρόμων όπως το McCune-Albright syndrome ή τα σύνδρομα Πολλαπλής Ενδοκρινικής Νεοπλασίας τύπου Ι και τύπου 2 (Multiple Endocrine Neoplasia type 1 και Multiple Endocrine Neoplasia type 2), στα οποία παρατηρείται ανάπτυξη πολλαπλών ενδοκρινικών όγκων, όπως π.χ. από την υπόφυση, το πάγκρεας, το θυρεοειδή, τα επινεφρίδια.
Τα τελευταία χρόνια, η πρόοδος της μοριακής γενετικής έχει αναδείξει τον ρόλο μεταλλάξεων σε γονίδια που ρυθμίζουν τον μεταβολισμό της βιταμίνης D, του φωσφόρου και της αλκαλικής φωσφατάσης. Η υποφωσφατασία, για παράδειγμα, οφείλεται σε διαταραχή της δραστηριότητας της αλκαλικής φωσφατάσης και οδηγεί σε ελλιπή επιμετάλλωση των οστών και πρώιμη απώλεια δοντιών. Διαταραχές που αφορούν τον FGF-23 προκαλούν κληρονομικές μορφές υποφωσφαταιμικής ραχίτιδας, ενώ σπανιότερα σύνδρομα συνδυάζουν βιοχημικές ανωμαλίες με χαρακτηριστικές σκελετικές παραμορφώσεις και αναπτυξιακές διαταραχές.
Κλινικά, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν επαναλαμβανόμενα κατάγματα χωρίς σημαντικό τραυματισμό, οστικές παραμορφώσεις, σκολίωση από την παιδική ηλικία, χρόνιο οστικό και μυϊκό άλγος, διαταραχές οδοντοφυΐας και καθυστέρηση ανάπτυξης. Παράλληλα, οι διαταραχές των επιπέδων ασβεστίου και φωσφόρου στο αίμα μπορεί να οδηγήσουν σε νεφρολιθίαση, νεφρασβέστωση, μυϊκή αδυναμία, καρδιακές αρρυθμίες και νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις. Η ποικιλομορφία και η μη ειδικότητα των συμπτωμάτων συχνά οδηγούν σε καθυστερημένη διάγνωση.
Η υποδιάγνωση οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η μη συστηματική μέτρηση φωσφόρου στον εργαστηριακό έλεγχο ρουτίνας, η απόδοση των συμπτωμάτων σε συχνότερες παθήσεις, όπως η κοινή οστεοπόρωση, και η περιορισμένη εμπειρία λόγω της σπανιότητας των νοσημάτων. Επιπλέον, η επιβεβαίωση της διάγνωσης σε αρκετές περιπτώσεις απαιτεί εξειδικευμένο γενετικό έλεγχο και πρόσβαση σε κέντρα με σχετική τεχνογνωσία. Η έγκαιρη γενετική διάγνωση έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για τον ίδιο τον ασθενή αλλά και για τον προληπτικό έλεγχο των συγγενών εξ αίματος.
Σημαντικές εξελίξεις έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στον τομέα της θεραπείας. Πράγματι, καινοτόμες θεραπείες για τα σπάνια νοσήματα μεταβολισμού ασβεστίου και φωσφόρου στοχεύουν πλέον στους μοριακούς μηχανισμούς της νόσου. Το μονοκλωνικό αντίσωμα Burosumab έχει αλλάξει τη θεραπεία της φυλοσύνδετης υποφωσφαταιμικής ραχίτιδας, αναστέλλοντας τον FGF-23 και αποκαθιστώντας τα επίπεδα φωσφόρου. Στην υποφωσφατασία, η ενζυμική θεραπεία υποκατάστασης με Asfotase alfa βελτιώνει την επιμετάλλωση των οστών. Στον υποπαραθυρεοειδισμό χρησιμοποιείται η palopegteriparatide, ενώ τα καλσιμιμητικά συμβάλλουν στον έλεγχο του υπερπαραθυρεοειδισμού. Οι θεραπείες αυτές βελτιώνουν ουσιαστικά την πρόγνωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Στην Ελλάδα, η Ενδοκρινολογική Μονάδα της Α’ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Λαϊκό έχει οργανώσει εξειδικευμένο Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης για τα Σπάνια Ενδοκρινολογικά Νοσήματα με έμφαση στις διαταραχές μεταβολισμού ασβεστίου και φωσφόρου. Το Κέντρο λειτουργεί με πολυεπιστημονική ομάδα και αξιοποιεί σύγχρονες διαγνωστικές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένων μοριακών και γενετικών αναλύσεων, προσφέροντας εξατομικευμένη θεραπευτική στρατηγική και μακροχρόνια παρακολούθηση. Παράλληλα, αποτελεί μέλος του European Reference Network on Rare Endocrine Conditions (ENDO-ERN), ενισχύοντας τη συνεργασία με εξειδικευμένα ευρωπαϊκά κέντρα και διευκολύνοντας την πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες.
Η έγκαιρη αναγνώριση και η συστηματική παρακολούθηση των ασθενών μπορούν να προλάβουν σοβαρές επιπλοκές και να βελτιώσουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής τους. Η πρόοδος της επιστήμης και η διεπιστημονική συνεργασία δημιουργούν πλέον νέες προοπτικές για ασθενείς που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν για χρόνια χωρίς σαφή διάγνωση και στοχευμένη αντιμετώπιση.
Διαβάστε επίσης
Επιτακτική ανάγκη η εφαρμογή ενός δεσμευτικού Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τις σπάνιες νόσους