Ακόμα κι αν δεν έχουμε αρκετό χρόνο για άσκηση, το περπάτημα θεωρείται από τους πιο απλούς τρόπους για να παραμείνουμε σε κίνηση: δεν απαιτεί εξοπλισμό, μπορεί να ενταχθεί εύκολα στην καθημερινότητα και παραμένει προσιτό ακόμη και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Για να αποκομίσουμε, όμως, ακόμα μεγαλύτερα οφέλη, δεν έχει σημασία μόνο να περπατάμε, αλλά και πόσο γρήγορα το κάνουμε.
Ειδικότερα, μια νέα κλινική δοκιμή, που δημοσιεύτηκε στο PLOS One, στρέφει την προσοχή ακριβώς στην ένταση της βάδισης, δείχνοντας ότι το ζωηρό περπάτημα μπορεί να έχει σημαντικό πλεονέκτημα έναντι ενός χαλαρού περιπάτου για ηλικιωμένους με ευθραυστότητα. Πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί να εμφανιστεί με την ηλικία και χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από μειωμένη μυϊκή δύναμη, εξάντληση, χαμηλή σωματική δραστηριότητα και βραδύτερη βάδιση. Συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο απώλειας της λειτουργικότητας και ανεξαρτησίας.
Σύμφωνα με τα νέα ευρήματα, η κατάσταση αυτή μπορεί να μην είναι πάντα μια μονόδρομη πορεία προς τη σωματική εξασθένηση.
Σχεδόν 7 στους 10 βελτίωσαν την κατάστασή τους
Στη μελέτη συμμετείχαν ηλικιωμένοι από κοινότητες ανεξάρτητης διαβίωσης στην περιοχή του Σικάγο. Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 105 άτομα, με μέση ηλικία τα 79 έτη, τα οποία παρουσίαζαν ευθραυστότητα ή βρίσκονταν σε πρώιμο στάδιο της κατάστασης. Περίπου τα δύο τρίτα χρησιμοποιούσαν κάποιο βοήθημα βάδισης, όπως μπαστούνι ή «Π».
Οι συμμετέχοντες ακολούθησαν για 16 εβδομάδες ένα πρόγραμμα περπατήματος διάρκειας 45 λεπτών, τρεις φορές την εβδομάδα και υπό επίβλεψη. Η βασική διαφορά ήταν η ένταση. Η μία ομάδα περπατούσε με άνετο, χαλαρό ρυθμό, ενώ η δεύτερη με ζωηρό βήμα, στοχεύοντας περίπου στο 70% της εκτιμώμενης μέγιστης καρδιακής συχνότητας.
Μετά τις 16 εβδομάδες, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η διαφορά ήταν αξιοσημείωτη. Από τους 102 συμμετέχοντες για τους οποίους ήταν διαθέσιμες οι μετρήσεις της ευθραυστότητας πριν και μετά το πρόγραμμα, περίπου το 70% όσων περπατούσαν γρήγορα μετακινήθηκε σε ηπιότερη κατηγορία ευθραυστότητας, έναντι περίπου 46% στην ομάδα του χαλαρού περπατήματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η βελτίωση καταγράφηκε σε σχεδόν 7 στους 10 ηλικιωμένους που περπατούσαν με ζωηρό ρυθμό, έναντι λιγότερων από 5 στους 10 που ακολουθούσαν πιο χαλαρό ρυθμό.
Στο τέλος του προγράμματος, μάλιστα, οι μισοί από τους συμμετέχοντες της ομάδας γρήγορης βάδισης δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια ούτε της ευθραυστότητας ούτε του πρώιμου σταδίου της, έναντι περίπου 27% στην άλλη ομάδα.
Τι άλλο κέρδισαν όσοι περπατούσαν πιο γρήγορα;
Τα οφέλη από το ζωηρό περπάτημα δεν περιορίστηκαν μόνο στην αξιολόγηση της ευθραυστότητας. Όσοι περπατούσαν ζωηρά βελτίωσαν περισσότερο τη συνήθη ταχύτητα βάδισής τους, ενώ στη δοκιμασία βάδισης έξι λεπτών κατάφεραν να καλύψουν περίπου 49 μέτρα περισσότερα σε σχέση με την ομάδα χαλαρού περπατήματος. Αντίστοιχα, στα άτομα για τα οποία υπήρχαν επαρκή δεδομένα καταγραφής της δραστηριότητας, η ομάδα γρήγορης βάδισης έφτασε να πραγματοποιεί κατά μέσο όρο 496 περισσότερα βήματα ημερησίως σε σχέση με την έναρξη της μελέτης.
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι ο ταχύτερος ρυθμός αυξάνει περισσότερο τις απαιτήσεις από το καρδιοαναπνευστικό σύστημα και τους μυς, ενισχύοντας σταδιακά τα λειτουργικά αποθέματα του οργανισμού.
Τι μπορούμε να κρατήσουμε από τα αποτελέσματα;
Αν και τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, χρειάζονται προσοχή. Από τους 165 ανθρώπους που εντάχθηκαν αρχικά στη μελέτη, 60 δεν έφτασαν στην τελική ανάλυση, ενώ οι αποχωρήσεις ήταν περισσότερες στην ομάδα της υψηλότερης έντασης.
Όταν οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη τους στις αναλύσεις τους συμμετέχοντες που αποχώρησαν, το πλεονέκτημα του γρήγορου περπατήματος μειώθηκε και δεν έφτανε πλέον το συμβατικό όριο στατιστικής σημαντικότητας. Πρόκειται για έναν ουσιαστικό περιορισμό, που σημαίνει ότι τα ευρήματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές.
Υπάρχει και μία ακόμη σημαντική λεπτομέρεια: το πρόγραμμα πραγματοποιήθηκε υπό επίβλεψη. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι κάθε ηλικιωμένος με σωματική ευθραυστότητα πρέπει απλώς να αρχίσει να περπατά όσο πιο γρήγορα μπορεί χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση και κατάλληλη καθοδήγηση. Τελικά, αυτό που είναι ασφαλές να κρατήσουμε από την παρούσα μελέτη είναι ότι, όταν η κατάσταση της υγείας το επιτρέπει, η ένταση του περπατήματος ίσως έχει σημασία όσο και η διάρκειά του.
Διαβάστε επίσης
Τεστ 30” αποκαλύπτει τη μελλοντική κατάσταση της υγείας μας – Απαιτεί μόνο μια καρέκλα
Δυνατοί σε κάθε ηλικία: Η άσκηση που το εγγυάται
Μακροζωία: Πόσα χρόνια κερδίζουν όσοι δεν το βάζουν κάτω στα δύσκολα