Στις 19 Αυγούστου 2024, η María Branyas Morera φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 117 ετών και 168 ημερών. Μέχρι τότε ήταν ο γηραιότερος επιβεβαιωμένα άνθρωπος στον κόσμο και η εξαιρετική μακροζωία της είχε ήδη κινήσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων.
Τι ήταν αυτό που της επέτρεψε να ξεπεράσει κατά πολλές δεκαετίες το προσδόκιμο ζωής και, κυρίως, να εμφανίσει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι σε σοβαρές ασθένειες που συνδέονται με τη γήρανση; Πριν από τον θάνατό της, οι επιστήμονες είχαν συλλέξει δείγματα αίματος, ούρων, σάλιου και κοπράνων, αναζητώντας απαντήσεις μέσα στα γονίδια, τον μεταβολισμό, το ανοσοποιητικό σύστημα και το εντερικό μικροβίωμα.
Τα ευρήματα της μελέτης και όσα μπορούν να μας διδάξουν για τη μακροζωία αναλύει με άρθρο του στο Psychology Today, ο Hamid Zand, Ph.D., βιοχημικός, πανεπιστημιακός καθηγητής και ερευνητής με αντικείμενο τον καρκίνο, την παχυσαρκία, τη γήρανση και τη διατροφή.
Η εκτεταμένη πολυομική ανάλυση (multiomics) δεν αποκάλυψε κάποιο μοναδικό «γονίδιο της μακροζωίας». Αντίθετα, σύμφωνα με τους ερευνητές, ανέδειξε έναν πολύ πιο σύνθετο συνδυασμό χαρακτηριστικών: ο οργανισμός της έφερε τα αναμενόμενα σημάδια μιας εξαιρετικά προχωρημένης ηλικίας, αλλά ταυτόχρονα διέθετε βιολογικά χαρακτηριστικά που φαίνεται ότι συνδέονταν με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις ασθένειες της γήρανσης.
Η περίπτωσή της προσφέρει έτσι ένα διαφορετικό παράθυρο στη μελέτη της μακροζωίας: Το ζητούμενο ίσως δεν είναι πώς μπορεί να σταματήσει η γήρανση, αλλά γιατί ορισμένοι άνθρωποι φαίνεται να αντέχουν καλύτερα τις συνέπειές της.
Δεν υπήρχε ένα «γονίδιο της μακροζωίας»
Οι επιστήμονες εξέτασαν λεπτομερώς το γονιδίωμα της María, αναζητώντας μια πιθανή γενετική εξήγηση για την εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια της ζωής της. Εντόπισαν αρκετές σπάνιες γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, τον μεταβολισμό, τη ρύθμιση των λιπιδίων και άλλες βιολογικές διεργασίες. Καμία μεμονωμένη γενετική αλλαγή, ωστόσο, δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί είχε φτάσει τα 117 χρόνια.
Μάλιστα, ακόμη και το FOXO3A, ένα από τα περισσότερο μελετημένα γονίδια σε σχέση με τη μακροζωία, δεν έφερε στην περίπτωσή της την παραλλαγή που έχει συσχετιστεί με εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια ζωής.
Τα ευρήματα, επομένως, υποδεικνύουν πως το γεγονός ότι έζησε έως τα 117 χρόνια ενδέχεται να μην εξαρτάται από ένα και μοναδικό «γονίδιο μακροζωίας», αλλά από το αθροιστικό αποτέλεσμα πολλών μικρών γενετικών και βιολογικών πλεονεκτημάτων.
Ένας οργανισμός που είχε γεράσει, αλλά άντεχε
Ορισμένοι κλασικοί δείκτες γήρανσης ήταν σαφώς παρόντες στον οργανισμό της. Τα τελομερή της – οι προστατευτικές δομές στα άκρα των χρωμοσωμάτων – ήταν μικρότερα σε σύγκριση με εκείνα νεότερων ανθρώπων.
Και το ανοσοποιητικό της σύστημα εμφάνιζε χαρακτηριστικά πολύ προχωρημένης ηλικίας. Ορισμένοι τύποι Τ-λεμφοκυττάρων που τείνουν να αυξάνονται με τη γήρανση βρίσκονταν σε υψηλότερα επίπεδα, ενώ τα naïve Τ-λεμφοκύτταρα ήταν λιγότερα, ένα πρότυπο συμβατό με τη γήρανση του ανοσοποιητικού συστήματος. Παρά τα σημάδια αυτά, σύμφωνα με τους ερευνητές, η María δεν είχε εμφανίσει καρκίνο ή θανατηφόρες λοιμώξεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε η λειτουργία της αυτοφαγίας. Πρόκειται για έναν φυσικό μηχανισμό «καθαρισμού» των κυττάρων, μέσω του οποίου απομακρύνονται και ανακυκλώνονται κατεστραμμένα ή γερασμένα κυτταρικά συστατικά, εμποδίζοντας τη συσσώρευσή τους. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός λειτουργούσε σε καλύτερο επίπεδο σε σύγκριση με άλλους ηλικιωμένους, στοιχείο που ενδέχεται να συνέβαλλε στη διατήρηση της κυτταρικής λειτουργίας.
Λιπίδια, φλεγμονή και μιτοχόνδρια
Αξιοσημείωτα ήταν και τα ευρήματα για το μεταβολικό προφίλ της 117χρονης. Οι αναλύσεις έδειξαν πολύ χαμηλά επίπεδα VLDL χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, κορεσμένων λιπαρών οξέων, εστεροποιημένης χοληστερόλης και αρκετών λιπιδικών δεικτών κινδύνου, ενώ τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης ήταν υψηλότερα. Οι δείκτες φλεγμονής της παρουσίαζαν επίσης ένα ευνοϊκό προφίλ.
Οι αναλύσεις έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες και για την κατάσταση των μιτοχονδρίων, των οργανιδίων που τροφοδοτούν τα κύτταρα με ενέργεια, όπως αναφέρει ο Hamid Zand. Στα ανοσοκύτταρά της βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση από αυτή που θα περίμενε κανείς για έναν άνθρωπο 117 ετών.
Οι επιστήμονες εξετάζουν κατά πόσο αυτή η καλύτερη κατάσταση των μιτοχονδρίων μπορεί να σχετίζεται με την αποτελεσματικότερη αυτοφαγία, μέσω της οποίας απομακρύνονται γερασμένα ή δυσλειτουργικά μιτοχόνδρια.
Το ενδιαφέρον εύρημα στο μικροβίωμά της
Μία ακόμη έκπληξη περίμενε τους ερευνητές στα δείγματα κοπράνων της María. Στο εντερικό μικροβίωμά της διαπιστώθηκε μεγαλύτερη αφθονία βακτηρίων της οικογένειας Bifidobacteriaceae, συμπεριλαμβανομένων των Bifidobacterium.
Προηγούμενες μελέτες έχουν συσχετίσει ορισμένα χαρακτηριστικά του εντερικού μικροβιώματος, μεταξύ αυτών και την παρουσία Bifidobacterium, με την υγιή γήρανση και τη μακροζωία.
Υπάρχει, ωστόσο, μία σημαντική παράμετρος: Η María κατανάλωνε περίπου τρεις μερίδες γιαουρτιού την ημέρα και ακολουθούσε κατά κύριο λόγο μεσογειακή διατροφή.
Επομένως, δεν είναι επιστημονικά δυνατό να απομονωθεί η παρουσία ενός συγκεκριμένου βακτηρίου και να θεωρηθεί αιτία της μακροζωίας της. Οι διατροφικές της συνήθειες και το μικροβίωμά της αποτελούν, όμως, ενδιαφέροντα κομμάτια του συνολικού βιολογικού της προφίλ.
Το σημαντικότερο μάθημα από τα 117 χρόνια της María
Όπως επισημαίνει ο βιοχημικός, πανεπιστημιακός καθηγητής και ερευνητής Hamid Zand, Ph.D., τα ευρήματα από έναν και μόνο άνθρωπο δεν μπορούν να γενικευθούν ούτε να μετατραπούν σε συστάσεις για τον γενικό πληθυσμό.
Η περίπτωση της María αναδεικνύει, ωστόσο, μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάσταση της επιστήμης της μακροζωίας. Ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε εξαιρετικά προχωρημένη ηλικία έχοντας εμφανή βιολογικά σημάδια γήρανσης και, παράλληλα, να παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι σε ορισμένες ασθένειες που συνδέονται με αυτήν.
Σύμφωνα με τον Hamid Zand, ένα ευνοϊκό λιπιδαιμικό προφίλ, η καλύτερη κυτταρική λειτουργία, τα χαμηλότερα επίπεδα συστηματικής φλεγμονής και ένα υγιές μικροβίωμα αποτελούν παράγοντες που διερευνώνται σε σχέση με τη μακροζωία.
Η συνολική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Γενετικοί, μεταβολικοί, μικροβιακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν, ενώ στην εξίσωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι, όπως η ψυχική και ψυχολογική κατάσταση, οι οποίες μπορούν να επηρεάζουν τη συνολική ανθεκτικότητα του οργανισμού.
Η περίπτωση της María Branyas Morera, συνεπώς, δεν προσφέρει μια απλή «συνταγή» για να φτάσει κάποιος τα 117. Προσφέρει όμως στους επιστήμονες μια πολύτιμη ένδειξη: H εξαιρετική μακροζωία ίσως δεν βρίσκεται στην ικανότητα να αποφύγουμε τη γήρανση, αλλά στην ικανότητα του οργανισμού να αντέχει καλύτερα τις συνέπειές της.
Διαβάστε επίσης
117 ετών έγινε η Έθελ, η γηραιότερη γυναίκα στον κόσμο – Οι 3 συμβουλές της για μακροζωία
Τελικά, η μακροζωία είναι κληρονομική; Ίσως ναι, δείχνει νεότερη μελέτη