Μπορεί μια βιταμίνη που λαμβάνει η μητέρα κατά την εγκυμοσύνη να αφήσει το αποτύπωμά της στον εγκέφαλο του παιδιού ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα; Μια νέα μελέτη από τη Δανία δίνει μία πρώτη, ενδιαφέρουσα ένδειξη: Παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν υψηλότερη δόση βιταμίνης D προς το τέλος της εγκυμοσύνης παρουσίασαν ελαφρώς καλύτερες επιδόσεις σε ορισμένα τεστ μνήμης στην ηλικία των 10 ετών.
Το εύρημα, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι περισσότερη βιταμίνη D στην εγκυμοσύνη κάνει τα παιδιά «εξυπνότερα». Δεν καταγράφηκε βελτίωση στη γενική νοημοσύνη, στην προσοχή, στην ταχύτητα σκέψης, στον σχεδιασμό ή στη μνήμη εργασίας, ενώ οι διαφορές που εντοπίστηκαν στη λεκτική και οπτική μνήμη ήταν μικρές.
Τι έδειξε η μελέτη
Η έρευνα βασίστηκε σε παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν συμμετάσχει σε τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή που αρχικά είχε σχεδιαστεί για να διερευνήσει εάν η βιταμίνη D κατά την εγκυμοσύνη μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο επίμονου συριγμού και άσθματος στους απογόνους. Από την 24η εβδομάδα της κύησης έως και μία εβδομάδα μετά τον τοκετό, μία ομάδα γυναικών λάμβανε 2.800 IU (70 μικρογραμμάρια) βιταμίνης D ημερησίως, ενώ η άλλη λάμβανε την τυπική δόση των 400 IU (10 μικρογραμμάρια). Από τα 623 παιδιά της αρχικής μελέτης, 498 επέστρεψαν για αξιολόγηση των γνωστικών τους λειτουργιών περίπου στα 10 χρόνια.
Τα παιδιά των γυναικών που είχαν λάβει την υψηλότερη δόση απέδωσαν ελαφρώς καλύτερα στην ανάκληση λέξεων και αντικειμένων, καθώς και στην ικανότητα να θυμούνται τη θέση οπτικών μοτίβων.
Γιατί χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία
Όπως επισημαίνει με άρθρο του στο The Conversatiion ο Hamid Merchant, επικεφαλής του Τμήματος Βιοεπιστημών στο University of East London, η μελέτη έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: Oι γυναίκες είχαν κατανεμηθεί τυχαία στις δύο ομάδες. Έτσι μειώνεται η πιθανότητα οι διαφορές να οφείλονται σε παράγοντες όπως η διατροφή, το εισόδημα ή ο τρόπος ζωής.
Υπάρχει, όμως, και ένας σημαντικός περιορισμός. Η αρχική έρευνα δεν είχε σχεδιαστεί για να εξετάσει τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Η αξιολόγηση της μνήμης έγινε αργότερα, ως δευτερογενής ανάλυση.
Επιπλέον, τα παιδιά εξετάστηκαν γνωστικά μόνο μία φορά, στην ηλικία των 10 ετών. Επομένως, δεν γνωρίζουμε πότε εμφανίστηκαν οι διαφορές, εάν θα διατηρηθούν στην εφηβεία ή αν έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική επίδραση στη σχολική επίδοση και στην καθημερινή ζωή.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι περισσότερες γυναίκες δεν είχαν ανεπάρκεια βιταμίνης D όταν ξεκίνησε η μελέτη. Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα αφορούν κυρίως την επίδραση της χορήγησης επιπλέον βιταμίνης σε γυναίκες που ήδη είχαν σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα και όχι τη θεραπεία μιας πραγματικής έλλειψης.
Περισσότερη βιταμίνη D δεν σημαίνει απαραίτητα μεγαλύτερο όφελος
Το εύρημα δεν αποτελεί λόγο για να αυξήσουν οι έγκυες από μόνες τους τη δόση των συμπληρωμάτων που λαμβάνουν. Η δόση των 2.800 IU που χρησιμοποιήθηκε στη δανική μελέτη ήταν επτά φορές μεγαλύτερη από τη συνήθη δόση των 400 IU που συστήνεται στις βρετανικές οδηγίες. Οι ίδιες οδηγίες θέτουν ως ανώτατο ημερήσιο όριο για τους ενήλικες τα 100 μικρογραμμάρια ή 4.000 IU, καθώς η υπερβολική και παρατεταμένη πρόσληψη βιταμίνης D μπορεί να προκαλέσει υπερασβεστιαιμία και να βλάψει, μεταξύ άλλων, τους νεφρούς και την καρδιά. Η κατάλληλη δόση μπορεί να είναι διαφορετική όταν υπάρχει διαπιστωμένη ανεπάρκεια και τότε καθορίζεται από τον γιατρό.
Τα νέα αποτελέσματα επομένως ανοίγουν ένα ενδιαφέρον ερευνητικό πεδίο: H επάρκεια βιταμίνης D στην εγκυμοσύνη ίσως σχετίζεται όχι μόνο με τη σωματική ανάπτυξη, αλλά και με ορισμένες πτυχές της μελλοντικής γνωστικής λειτουργίας του παιδιού. Για να γνωρίζουμε όμως εάν υπάρχει πραγματικό και κλινικά σημαντικό όφελος στη μνήμη, χρειάζονται νέες μελέτες ειδικά σχεδιασμένες για αυτόν τον σκοπό.
Μέχρι τότε, το μήνυμα δεν είναι «περισσότερη βιταμίνη D για πιο έξυπνα παιδιά», αλλά πολύ πιο απλό: Στην εγκυμοσύνη, ούτε η έλλειψη ούτε η υπερβολή είναι καλός οδηγός – η συμπληρωματική λήψη χρειάζεται να ακολουθεί τις συστάσεις των επαγγελματιών υγείας.
Διαβάστε επίσης
«Δεν προσπαθείς αρκετά»: Οι φράσεις που πληγώνουν το παιδί – Τι να τους πείτε με άλλον τρόπο
Πολύτεκνες οικογένειες: Μόλις 23.097 στην Ελλάδα – Πόσες έχουν πάνω από 6 παιδιά
Αυτισμός και εμβόλιο κατά της ιλαράς: Τι έδειξε μελέτη σε 2,5 εκατ. παιδιά