Ένα παιδί μιλά δυνατά στο πίσω κάθισμα, γελά, κάνει αμέτρητες ερωτήσεις και κουνά ασταμάτητα τα πόδια του. Ο γονιός, κουρασμένος από μία δύσκολη ημέρα, γυρίζει και του λέει: «Είσαι κουραστικός. Ηρέμησε επιτέλους». Σε ένα άλλο σπίτι, ένα πιο συνεσταλμένο αγόρι κάθεται στην άκρη της παιδικής χαράς και παρακολουθεί τα υπόλοιπα. «Μην είσαι τόσο ντροπαλός. Πήγαινε να παίξεις», το πιέζει ο γονιός του.
Οι φράσεις αυτές μπορεί να ειπωθούν σε μία στιγμή έντασης και να ξεχαστούν γρήγορα από τον ενήλικα. Για το παιδί, όμως, ενδέχεται να μετατραπούν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: Στο μήνυμα ότι, έτσι όπως είναι, δεν είναι αποδεκτό.
Ο Lawrence J. Cohen, Ph.D., ψυχολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Playful Parenting», επισημαίνει στο Psychology Today ότι τα παιδιά πληγώνονται όταν οι άνθρωποι από τους οποίους εξαρτώνται τα χαρακτηρίζουν «υπερβολικά» ή «ανεπαρκή». Και αυτά τα μηνύματα μπορούν να επηρεάσουν βαθιά την εικόνα που σχηματίζουν για τον εαυτό τους.
Όταν το παιδί είναι πάντα «πολύ»
«Κάνεις πολύ θόρυβο», «είσαι πολύ απαιτητικός», «πολύ θυμωμένος», «πολύ κολλημένη πάνω μου», «μιλάς πάρα πολύ», «έχεις υπερβολική ενέργεια». Πολλά παιδιά μεγαλώνουν ακούγοντας ότι κάποια πλευρά της προσωπικότητάς τους περισσεύει. Ότι τα συναισθήματά τους είναι εντονότερα από όσο αντέχουν οι γύρω τους, ότι η ανάγκη τους για επαφή είναι κουραστική ή ότι ο ενθουσιασμός και η φαντασία τους πρέπει να περιοριστούν.
Άλλοτε τα λόγια γίνονται ακόμη πιο απορριπτικά: «Σταμάτα να κλαις σαν μωρό», «φύγε από μπροστά μου», «πήγαινε στο δωμάτιό σου μέχρι να ηρεμήσεις» ή «δεν μπορώ να σε αντέξω τώρα».
Όταν τέτοιες φράσεις προέρχονται από τους ανθρώπους που το παιδί αγαπά και έχει ανάγκη, δεν ακούγονται απλώς σαν κριτική μιας συμπεριφοράς. Μπορεί να βιωθούν ως απόρριψη ολόκληρου του εαυτού του.
Όταν ποτέ δεν είναι «αρκετό»
Το αντίθετο μήνυμα μπορεί να είναι εξίσου επώδυνο, σύμφωνα με τον ειδικό. «Δεν προσπαθείς αρκετά», «είσαι τεμπέλης», «δεν αξιοποιείς τις δυνατότητές σου», «δεν είσαι αρκετά ώριμη», «δεν είσαι κοινωνικός», «δεν είσαι υπεύθυνη», «δεν διαβάζεις όσο πρέπει».
Ορισμένα παιδιά πιέζονται να μιλήσουν ενώ δεν είναι έτοιμα, να ζητήσουν συγγνώμη χωρίς να κατανοούν ακόμη τι συνέβη, να εξηγήσουν τα συναισθήματά τους ή να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που τα φοβίζουν. Σταδιακά μπορεί να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι, όσο κι αν προσπαθήσουν, εξακολουθούν να υπολείπονται αυτού που περιμένουν οι γονείς τους.
Μερικά παιδιά καταβάλλουν τεράστια προσπάθεια να μικρύνουν τον εαυτό τους ή να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των ενηλίκων. Άλλα παραιτούνται ή αντιδρούν έντονα, απορρίπτοντας πεισματικά κάθε απαίτηση.
«Πρέπει να αλλάξω για να με αγαπούν»
Ο Καναδός ψυχολόγος Gordon Neufeld, γνωστός για το βιβλίο Hold On to Your Kids, που συνέγραψε με τον Gabor Maté, έχει αναδείξει τον πόνο που νιώθουν τα παιδιά όταν πιστεύουν ότι αποτελούν βάρος ή ότι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των γονιών τους. Όταν ένα παιδί χαρακτηρίζεται συνεχώς «πολύ» ή «λίγο», μπορεί να συμπεράνει ότι η αγάπη που λαμβάνει εξαρτάται από τη συμπεριφορά του. Ότι, όταν είναι ήσυχο, ευγενικό, συνεργάσιμο ή χαρούμενο, είναι αγαπητό, ενώ όταν θυμώνει, φοβάται, κλαίει ή αντιδρά, η αγάπη αποσύρεται.
Οι γονείς μπορεί να αισθάνονται ότι δεν απορρίπτουν το παιδί, αλλά απλώς προσπαθούν να διορθώσουν μια προβληματική συμπεριφορά. Η εσωτερική εμπειρία του παιδιού, όμως, μπορεί να είναι διαφορετική: να νιώθει ότι η ζεστασιά και η αποδοχή εξαφανίστηκαν και ίσως να μην επιστρέψουν.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές από αυτές τις συμπεριφορές πηγάζουν από συναισθήματα που το παιδί δεν έχει ακόμη την ωριμότητα να ελέγξει. Δεν μπορεί απλώς να αποφασίσει να γίνει ακριβώς όσο εξωστρεφές, ήσυχο, θαρραλέο ή ευαίσθητο απαιτεί κάθε στιγμή ο ενήλικας.
Οι απαιτήσεις που είναι αδύνατο να ικανοποιηθούν
Πολλές φορές, τα μηνύματα που λαμβάνουν τα παιδιά είναι αντιφατικά. Τους ζητάμε να είναι ήσυχα, αλλά όχι υπερβολικά σιωπηλά. Να μιλούν για τα συναισθήματά τους, αλλά μόνο με ήρεμο και ευγενικό τρόπο. Να ενδιαφέρονται για την εμφάνισή τους, αλλά όχι υπερβολικά. Να είναι έξυπνα, αλλά να μη διορθώνουν τους άλλους. Να μη γίνονται αυταρχικά, αλλά ούτε και παθητικά.
Πώς μπορεί ένα παιδί να βρει τη σωστή ισορροπία όταν τα όρια αλλάζουν συνεχώς και όταν η αποδοχή μοιάζει να εξαρτάται από την ικανότητά του να τα μαντέψει; Η άνευ όρων αγάπη, τονίζει ο Cohen, είναι εκείνη που δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για να ωριμάσει και να αναπτυχθεί ένα παιδί. Όπως έχει χαρακτηριστικά αναφέρει ο Neufeld, τα παιδιά δεν πρέπει να εργάζονται για να κερδίσουν την αγάπη, αλλά να μπορούν να αναπαύονται μέσα σε αυτήν.
Πώς περνά το μοτίβο από γενιά σε γενιά
Οι περισσότεροι γονείς έχουν κάποια στιγμή πει στο παιδί τους κάτι που αργότερα μετάνιωσαν. Συχνά, μάλιστα, επαναλαμβάνουν χωρίς να το αντιλαμβάνονται τις φράσεις που άκουγαν και οι ίδιοι όταν ήταν μικροί.
Ένας ενήλικας που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι είναι «πολύ ευαίσθητος» μπορεί ακόμη και σήμερα να απολογείται για τα συναισθήματά του. Κάποιος που άκουγε ότι «δεν προσπαθεί αρκετά» μπορεί να ζει με μια μόνιμη αίσθηση ανεπάρκειας, όσο επιτυχημένος κι αν είναι.
Το πρώτο βήμα για να σπάσει αυτός ο κύκλος είναι να αναγνωρίσει κανείς τις ίδιες φωνές μέσα του. Να παρατηρήσει πότε εξακολουθεί να λέει στον εαυτό του ότι είναι υπερβολικός, δύσκολος, τεμπέλης ή ανεπαρκής.
Ο Cohen προτείνει μια απλή άσκηση: να γράψουμε ένα γράμμα στον άνθρωπο που μας έκανε κάποτε να αισθανθούμε ότι ήμασταν «πολύ» ή «λίγο». Το γράμμα δεν χρειάζεται να σταλεί. Σκοπός του είναι να καταγράψουμε πώς μας επηρέασαν αυτά τα μηνύματα και να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, δηλώνοντας ότι αξίζαμε αποδοχή και αγάπη ακριβώς όπως ήμασταν.
Εναλλακτικά, το γράμμα μπορεί να απευθύνεται στην εσωτερική επικριτική φωνή. Σε εκείνη που εξακολουθεί να ψιθυρίζει ότι δεν είμαστε αρκετοί ή ότι καταλαμβάνουμε περισσότερο χώρο από όσο δικαιούμαστε. Μπορούμε να της πούμε ότι δεν είναι πλέον απαραίτητη και ότι έχει έρθει η ώρα να αποσυρθεί.
Τι μπορεί να πει διαφορετικά ένας γονιός
Για να σταματήσει ένας γονιός να περνά τα ίδια μηνύματα στο παιδί του, χρειάζεται αρχικά να αναγνωρίζει τη στιγμή κατά την οποία ετοιμάζεται να τα επαναλάβει. Πριν μιλήσει, μπορεί να αναρωτηθεί: «Πώς θα ακούσει το παιδί μου αυτό που πρόκειται να του πω; Θα καταλάβει ότι δυσκολεύομαι με τη συμπεριφορά του ή θα αισθανθεί ότι δυσκολεύομαι με το ίδιο;»
Αν η φράση έχει ήδη ειπωθεί, δεν είναι αργά για μια διόρθωση. Ο γονιός μπορεί να ζητήσει συγγνώμη και να δοκιμάσει ξανά: «Αυτό που είπα δεν ήταν σωστό. Δεν είσαι υπερβολικός. Εγώ είμαι πολύ κουρασμένος και χρειάζομαι λίγη ησυχία».
Οι διατυπώσεις που ξεκινούν με το «εγώ νιώθω» ή «εγώ χρειάζομαι» βοηθούν περισσότερο από τις κατηγορίες προς το παιδί. Αντί για «είσαι ανυπόφορη», μπορεί να πει: «Δυσκολεύομαι να ακούσω όταν φωνάζουμε και οι δύο». Αντί για «φύγε από μπροστά μου», μπορεί να ζητήσει λίγο χρόνο, διαβεβαιώνοντας παράλληλα το παιδί ότι θα επιστρέψει κοντά του.
Ο Cohen προτείνει επίσης, αντί για την απομάκρυνση και την τιμωρία, μια στιγμή επανασύνδεσης: μια αγκαλιά, μια ήρεμη συζήτηση ή απλώς την παρουσία του γονιού δίπλα στο παιδί μέχρι να καταλαγιάσει το συναίσθημα. Το παιδί δεν χρειάζεται πάντοτε μια διάλεξη ή μια άμεση διόρθωση. Συχνά χρειάζεται πρώτα να αισθανθεί ότι, ακόμη και στην πιο δύσκολη στιγμή του, η σχέση παραμένει ασφαλής.
Τα παιδιά δεν είναι υπερβολικά ούτε ανεπαρκή. Είναι ο εαυτός τους, με τα συναισθήματα, την ιδιοσυγκρασία και τις ανάγκες τους. Και αυτός ο εαυτός αξίζει να αγαπιέται χωρίς προϋποθέσεις. Το ίδιο άξιζαν, κάποτε, και οι σημερινοί γονείς.
Διαβάστε επίσης
Όσο λιγότερη η ζάχαρη σε κύηση και νηπιακή ηλικία, τόσο μικρότερος ο κίνδυνος νόσου Αλτσχάιμερ
Ένας πρακτικός οδηγός για οικογενειακές διακοπές με ασφάλεια – Από την παιδίατρο
Γιατί τα μικρότερα αδέλφια «κολλούν» συχνότερα αναπνευστικές λοιμώξεις