Τις άμεσες κινήσεις που χρειάζεται η Ευρώπη προκειμένου να προσελκύσει ξανά επενδύσεις στον τομέα της Υγείας, τους τρόπους για μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της φαρμακευτικής καινοτομίας, καθώς και τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για να επιταχυνθεί η πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες αναλύει ο κ. Michael Oberreiter, επικεφαλής εξωτερικών υποθέσεων της εταιρείας Roche, με συνέντευξή του στο ygeiamou.gr.

Ο κ. Michael Oberreiter, επικεφαλής εξωτερικών υποθέσεων της εταιρείας Roche.

«Βρισκόμαστε σε ένα πραγματικά κρίσιμο σημείο καμπής για την Ευρώπη. Τα τελευταία είκοσι χρόνια παρατηρείται μια σταθερή φθίνουσα πορεία στην ικανότητά μας να προσελκύουμε επενδύσεις στον τομέα της υγείας σε σύγκριση με άλλα μέρη του κόσμου. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η επιστήμη μας. H Ευρώπη διενεργεί έρευνα παγκόσμιας κλάσης και διαθέτει λαμπρά μυαλά. Το πρόβλημα έγκειται στην ταχύτητα και τη νοοτροπία μας. Έχουμε ένα κατακερματισμένο ρυθμιστικό σύστημα που καθυστερεί να εγκρίνει νέες τεχνολογίες, ενώ εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε την υγειονομική περίθαλψη ως ένα βραχυπρόθεσμο κόστος που πρέπει να περικοπεί, αντί για μια μακροπρόθεσμη επένδυση. Πρόκειται για ένα απλό σφάλμα κατηγοριοποίησης που στρεβλώνει όλα όσα ακολουθούν.

Οι κυβερνήσεις συχνά βλέπουν μόνο τον προϋπολογισμό του τρέχοντος έτους, αλλά οι κοινωνίες ζουν με τις συνέπειες για δεκαετίες. Λόγω αυτής της διστακτικότητας για δράση, τα επενδυτικά κεφάλαια και η ερευνητική δραστηριότητα κατευθύνονται σε άλλες αγορές, οι οποίες προσφέρουν μεγαλύτερη ταχύτητα και προβλεψιμότητα», σημειώνει.

Για να ανατραπεί όλο αυτό, ο κ. Oberreiter θεωρεί ότι απαιτείται μια θεμελιώδης αλλαγή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Αρχικά, πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τις δαπάνες για την υγεία. Κάθε καινοτόμο φάρμακο που βοηθά έναν άνθρωπο να επιστρέψει στην εργασία του ή να φροντίσει την οικογένειά του αποτελεί άμεση ώθηση για την οικονομία μας. Παράλληλα, χρειαζόμαστε μια ενιαία και απλοποιημένη διαδικασία εγκρίσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, ώστε οι σωτήριες θεραπείες να φτάνουν στους ανθρώπους χωρίς καθυστερήσεις.

Πρέπει να επιλέξουμε: θέλουμε μια Ευρώπη που θα αποτελεί κόμβο υψηλής ανάπτυξης και θα αγκαλιάζει την επιστήμη ή θέλουμε να συνεχίσουμε να μένουμε πίσω;», διερωτάται.

Η ευκαιρία της Ελλάδας από την Προεδρία της ΕΕ

Τεράστια σημασία έχει για τη χώρα μας και την προώθηση βασικών ζητημάτων όπως η καινοτομία και η κλινική έρευνα, η ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ από την Ελλάδα το β΄εξάμηνο του 2027, σύμφωνα με τον επικεφαλής εξωτερικών υποθέσεων της Roche.

«Η Ελλάδα κατανοεί τη σημασία των μακροπρόθεσμων επιλογών. H οικονομική της ανάκαμψη υπήρξε αξιοσημείωτη και αξίζει τεράστιου σεβασμού. Όμως, η επόμενη μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι το δημόσιο χρέος – είναι το δημογραφικό πρόβλημα.

Η γήρανση του πληθυσμού, η αυξανόμενη επιβάρυνση από χρόνιες ασθένειες και οι πρόωροι θάνατοι από παθήσεις όπως ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα δεν αποτελούν απλώς προκλήσεις για την υγεία. Είναι άμεσες απειλές για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.

Η ανάληψη της Προεδρίας της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027 δίνει στη χώρα μια εξαιρετικά σημαντική πλατφόρμα για να διαμορφώσει το μέλλον των βιοεπιστημών και της περίθαλψης σε ολόκληρη την ήπειρο. Ευέλικτες, μεσαίου μεγέθους οικονομίες όπως η Ελλάδα βρίσκονται στην πραγματικότητα στην ιδανική θέση να ηγηθούν διά του παραδείγματος και να δείξουν στην υπόλοιπη Ευρώπη πώς εκσυγχρονίζεται γρήγορα ένα σύστημα υγείας.

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας της, η Ελλάδα μπορεί να τοποθετήσει την υγεία και τις βιοεπιστήμες στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας. Η χώρα μπορεί να στηρίξει πρωτοβουλίες που καθιστούν ευκολότερη και πιο ελκυστική τη διεξαγωγή κλινικών δοκιμών σε όλη την Ευρώπη, φέρνοντας φάρμακα αιχμής απευθείας στους ασθενείς. Είναι επίσης μια ευκαιρία να ηγηθεί των συζητήσεων για το πώς θα θωρακίσουμε τις εφοδιαστικές αλυσίδες μας, ώστε η Ευρώπη να μην βρεθεί ποτέ ξανά ευάλωτη σε περιόδους παγκόσμιων κρίσεων. Αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες σε αυτά τα θέματα, η Ελλάδα μπορεί πραγματικά να καθιερωθεί ως μια σύγχρονη φωνή προόδου στην παγκόσμια σκηνή», επισημαίνει στο ygeiamou.gr.

Έμφαση στην πραγματική αξία των φαρμάκων

«Οι αλυσιδωτές επιπτώσεις της πολιτικής τιμολόγησης των φαρμάκων στις ΗΠΑ όσον αφορά στην πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα εκτός των ΗΠΑ, σηματοδοτεί την στιγμή για να επανεξετάσουμε την πραγματική αξία των φαρμάκων για τους ασθενείς και την κοινωνία – και να συνεργαστούμε ως κλάδος, ως κυβερνήσεις και γενικότερα ως συστήματα υγείας για να επαναπροσδιορίσουμε το πώς μετατρέπουμε την καινοτομία που αλλάζει ζωές σε έγκαιρη και βιώσιμη πρόσβαση.

Αποστολή μας στη Roche είναι να διασφαλίσουμε ότι όσοι ασθενείς σε όλο τον κόσμο χρειάζονται τα φάρμακά μας μπορούν να επωφεληθούν από αυτά, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να επενδύουμε σε μελλοντικά καινοτόμα φάρμακα. Δεσμευόμαστε να συνεργαστούμε με όλες τις αρχές ώστε οι ασθενείς σε όλες αυτές τις χώρες να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση στις πιο πρόσφατες καινοτομίες και να αναγνωρίζεται η αξία τους», υπογραμμίζει ο κ. Oberreiter σε σχέση με τις προκλήσεις στη φαρμακευτική καινοτομία.

Τι χρειάζεται, κατά τον ίδιο, για μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της καινοτομίας; «Να εξετάζουμε την ολιστική αξία ενός φαρμάκου. Στοιχεία από πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου WifOR δείχνουν ότι κάθε ευρώ που επενδύεται σε καινοτόμα φάρμακα στην Ευρώπη παράγει σχεδόν έξι ευρώ σε κοινωνικοοικονομικά οφέλη, κυρίως κρατώντας τους ανθρώπους υγιείς και μακριά από το κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Οι πιο υγιείς οικονομίες δεν θα είναι εκείνες που ξοδεύουν τα λιγότερα για την υγεία, αλλά εκείνες που επενδύουν έξυπνα. Στη Roche ο στόχος μας είναι απλός: να συνεργαστούμε με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ώστε να συνδημιουργήσουμε και να προστατεύσουμε το οικοσύστημα που θα μας επιτρέπει να ανακαλύπτουμε τις θεραπείες του αύριο».

Το «αγκάθι» του clawback στην Ελλάδα

Εστιάζοντας στην ελληνική πραγματικότητα, ο επικεφαλής εξωτερικών υποθέσεων της Roche, υποστηρίζει ότι η χώρα μας διαθέτει εξαιρετικές προϋποθέσεις για την προσέλκυση επενδύσεων, αλλά μέτρα όπως οι υποχρεωτικές επιστροφές (clawback και rebates) την εμποδίζουν να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της.

«Για να σας δώσω μια εικόνα, από τα 52 δισεκατομμύρια ευρώ που επενδύθηκαν στις βιοεπιστήμες σε όλη την Ευρώπη το 2023, μόνο ένα ελάχιστο μερίδιο, περίπου 161 εκατομμύρια ευρώ, κατέληξε στην Ελλάδα. Ένας από τους κύριους λόγους γι’ αυτό το επενδυτικό χάσμα είναι το αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας. Οι υποχρεωτικές επιστροφές που απαιτούνται από τις φαρμακευτικές εταιρείες είναι οι υψηλότερες στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, η οικονομική συνεισφορά του κλάδου στη συνολική φαρμακευτική δαπάνη έχει πλέον ξεπεράσει εκείνη που παρέχει το ίδιο το ελληνικό κράτος.

Αυτή η οικονομική πίεση επηρεάζει άμεσα και τους ασθενείς. Σήμερα, οι ασθενείς στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν μεγάλες καθυστερήσεις, περιμένοντας κατά μέσο όρο πάνω από 600 ημέρες για να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέες θεραπείες, αριθμός μεγαλύτερος όταν μπει σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτός ο αριθμός λέει πολλά», σημειώνει χαρακτηριστικά και προσθέτει:

«Για να αλλάξει αυτό και να γίνει η Ελλάδα ένας πιο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός, χρειαζόμαστε δύο βασικές μεταρρυθμίσεις. Πρώτον, το κράτος πρέπει να προσαρμόσει τη δημόσια χρηματοδότηση για τα φάρμακα στις αυξημένες ανάγκες του πληθυσμού, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τα δημογραφικά δεδομένα της χώρας. Δεύτερον, καθώς η Ελλάδα αναθεωρεί τη νομοθεσία της για την αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας (HTA), έχει μια χρυσή ευκαιρία να άρει παλιά εμπόδια και να οικοδομήσει έναν μηχανισμό εγκρίσεων που θα είναι γρήγορος, ευέλικτος και θα αξιολογεί το φάρμακο με βάση την πραγματική, ολιστική του αξία για την κοινωνία».

Ο κ. Oberreiter αναγνωρίζει τα πρόσφατα βήματα προόδου που έχει κάνει η χώρα μας στον τομέα της Υγείας, όπως είναι η πρόσφατη νομοθεσία που επιταχύνει τις εγκρίσεις για κλινικές δοκιμές αλλά και η εφαρμογή των δωρεάν προγραμμάτων προληπτικών εξετάσεων.

«Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα: η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η γρήγορη πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα βελτιώνουν τόσο τα αποτελέσματα υγείας όσο και τα οικονομικά μεγέθη. Αυτές οι αλλαγές αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα προσπαθεί έμπρακτα να θέτει τους ασθενείς σε προτεραιότητα», αναφέρει στο ygeiamou.gr.

Για να διασφαλιστεί ότι αυτή η δυναμική θα μεταφραστεί σε μόνιμα οφέλη τόσο για τους ασθενείς όσο και για την ελληνική οικονομία, τα επόμενα βήματα αφορούν αποκλειστικά στη συνεργασία και στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, σύμφωνα με τον ίδιο.

«Οι κρατικές αρχές, οι εταιρείες, οι γιατροί και οι ασθενείς πρέπει άμεσα να εργαστούν χέρι-χέρι για την εφαρμογή αυτών των νέων συστημάτων.

Ωστόσο, καμία προσπάθεια συνεργασίας δεν μπορεί να αποδώσει όσο οι μη βιώσιμες υποχρεωτικές επιστροφές (paybacks) επιβαρύνουν τον κλάδο και αποτρέπουν την εισροή ζωτικών διεθνών κεφαλαίων. Η κυβέρνηση θα πρέπει επίσης να συνεχίσει να δημιουργεί ισχυρά κίνητρα για τις εταιρείες ώστε να επενδύουν στην έρευνα τοπικά.

Η Ελλάδα βρίσκεται στο κατώφλι της ανάληψης της Προεδρίας της ΕΕ το 2027, γεγονός που αποτελεί μια πρόσκαιρη ευκαιρία να ηγηθεί της Ευρώπης. Δεν μπορούμε όμως να ανέβουμε στην παγκόσμια σκηνή ως πρότυπο καινοτομίας αν πρώτα δεν απελευθερώσουμε το σύστημα υγείας μας.από ένα πλαίσιο πολιτικών που εμποδίζει την αξιοποίηση των πραγματικών του δυνατοτήτων», λέει χαρακτηριστικά.

Διαβάστε επίσης

1,5 εκατ. νέες διαγνώσεις καρκίνου του προστάτη παγκοσμίως – Το στοίχημα της έγκαιρης διάγνωσης

Νέα θεραπεία για τον μεταστατικό καρκίνο του παγκρέατος – Υπό αξιολόγηση από τον ΕΜΑ

Ποιοι Ευρωπαίοι περιμένουν τρία χρόνια για νέα φάρμακα και ποιοι 56 ημέρες – Η κατάσταση στην Ελλάδα