Την ανάγκη συντονισμένης αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στις πολιτικές δημόσιας υγείας ανέδειξε η Άννα Μαρία Λεούτση, επικεφαλής του Τμήματος Επιδημιολογικής Πληροφορίας από Ανοικτές Πηγές και Αντιμετώπισης της Παραπληροφόρησης του ΕΟΔΥ. Όπως υπογράμμισε, η επιστημονικά ορθή ενημέρωση δεν αρκεί από μόνη της για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Απαιτούνται εκπαίδευση, συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων φορέων και συνεχής διάλογος με την κοινωνία.

Το μάθημα της πανδημίας

«Την παραπληροφόρηση τη γνωρίσαμε κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Λεούτση, εξηγώντας ότι εκείνη την περίοδο οι επιστημονικά τεκμηριωμένες πληροφορίες συνυπήρχαν με εσφαλμένες, παραπλανητικές ή σκόπιμα παραπλανητικές αναφορές.

Η σύγχυση που δημιουργήθηκε δυσχέρανε την έγκαιρη ενημέρωση του πληθυσμού για τους υγειονομικούς κινδύνους και τους τρόπους προστασίας του, επηρεάζοντας τις εμβολιαστικές εκστρατείες όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς.

Καθώς η παραπληροφόρηση αποτελεί διαρκή πρόκληση, η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες. «Δεν είναι μόνο θέμα του Υπουργείου Υγείας, δεν είναι μόνο θέμα του Υπουργείου Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής ή του Υπουργείου Παιδείας. Απαιτείται ένας διακυβερνητικός συντονισμός», επισήμανε.

Παράλληλα, στάθηκε στη διαφορετική αντίληψη της πρόληψης από την Πολιτεία, τους επιστήμονες και τους πολίτες. Για την Πολιτεία σημαίνει προγράμματα και υπηρεσίες, για τους επιστήμονες επιστημονική τεκμηρίωση, ενώ για τον πολίτη συνδέεται με προσωπικά ερωτήματα: «Με αφορά; Πρέπει να το κάνω; Αν δεν το κάνω, τρέχει τίποτα;». Η αποτελεσματική επικοινωνία, επομένως, πρέπει να απαντά στις πραγματικές ανησυχίες του πληθυσμού.

Πώς αναγνωρίζεται η παραπληροφόρηση

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η κ. Λεούτση στην ανάγκη εξοικείωσης των πολιτών με τις τεχνικές παραπληροφόρησης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επιλεκτική παρουσίαση αποτελεσμάτων επιστημονικών ερευνών, η επίκληση προσώπων που εμφανίζονται ως αυθεντίες χωρίς να διαθέτουν την απαιτούμενη εξειδίκευση και η σύνδεση παλαιών περιστατικών με νέα γεγονότα, δημιουργώντας παραπλανητικές εντυπώσεις.

Ως βασικά εργαλεία αντιμετώπισης ανέδειξε τον γραμματισμό υγείας (health literacy) και τον γραμματισμό στα μέσα ενημέρωσης (media literacy). Ο πρώτος αφορά στην ικανότητα αναζήτησης, αξιολόγησης και αξιοποίησης αξιόπιστων πληροφοριών για την υγεία, δεξιότητα που, σύμφωνα με την ίδια, πρέπει να καλλιεργείται ήδη από το σχολείο. Ο δεύτερος βοηθά τους πολίτες να αξιολογούν κριτικά τις ειδήσεις, εξετάζοντας την πηγή, τα διαθέσιμα τεκμήρια και τον τρόπο παρουσίασής τους.

«Να μπορεί να διαγνώσει αν το ύφος του κειμένου απευθύνεται στο θυμικό. Θέλει να προκαλέσει φόβο; Θέλει να προκαλέσει θυμό;», σημείωσε, τονίζοντας τη σημασία της αναγνώρισης περιεχομένου που επιχειρεί να επηρεάσει συναισθηματικά τον αναγνώστη.

«Δεν χτίζουμε την εμπιστοσύνη στη διάρκεια της κρίσης»

Καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης διαδραματίζει, σύμφωνα με την κ. Λεούτση, η ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας. Η Πολιτεία δεν αρκεί να μεταδίδει επιστημονικά τεκμηριωμένα μηνύματα, αλλά οφείλει να ακούει τους φόβους και τις επιφυλάξεις των πολιτών και να ανταποκρίνεται με κατάλληλη ενημέρωση, υπηρεσίες και προγράμματα. «Δεν χτίζουμε την εμπιστοσύνη στη διάρκεια της κρίσης», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι η επικοινωνία πρέπει να είναι συστηματική και συνεχής.

Αναφερόμενη στην εμπειρία του ΕΟΔΥ, σημείωσε ότι στο παρελθόν είχαν λειτουργήσει επιτροπές κοινωνικού διαλόγου, κυρίως για συγκεκριμένα νοσήματα, όπως ο HIV, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζεται πάντοτε η συνέχειά τους.

Πώς ανακτάται η χαμένη εμπιστοσύνη

Η κ. Λεούτση αναγνώρισε ότι υπάρχουν πληθυσμιακές ομάδες που έχουν επηρεαστεί τόσο βαθιά από την παραπληροφόρηση, ώστε η προσέγγισή τους είναι, προς το παρόν, ιδιαίτερα δύσκολη. «Υπάρχουν κάποια κοινά τα οποία είναι χαμένα. Δεν μπορούμε να τα προσεγγίσουμε, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή. Μπορούμε όμως να προσεγγίσουμε κοινά τα οποία έχουν έναν σκεπτικισμό, είτε ακραίο είτε και υγιή», ανέφερε.

Για τους πολίτες αυτούς, η απάντηση βρίσκεται στον αμφίδρομο διάλογο, ο οποίος δεν περιορίζεται στην ενημέρωση, αλλά περιλαμβάνει την ακρόαση των ανησυχιών τους και την ενεργό συμμετοχή τους. «Να φτάσουμε στο σημείο ώστε η κάθε κοινότητα να μπορεί να μετέχει στη συνδιαμόρφωση των προγραμμάτων που την αφορούν. Τότε αυτός είναι ένας ουσιαστικός διάλογος», επισήμανε.

Η προσέγγιση αυτή, όπως εξήγησε, βασίζεται σε τέσσερις άξονες: επιστημονική τεκμηρίωση, κατανοητή ενημέρωση, ακρόαση της κοινωνίας και συμμετοχή των κοινοτήτων στη συνδιαμόρφωση δράσεων και προγραμμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, γνωστοποίησε την πρόθεση του ΕΟΔΥ να ενισχύσει τον κοινωνικό διάλογο, επιδιώκοντας συστηματική συνεργασία με επαγγελματίες υγείας, επισκέπτες και επισκέπτριες υγείας, εκπροσώπους του ιατρικού κόσμου και συλλόγους ασθενών.

Στόχος είναι οι συζητήσεις να μην έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα, αλλά να αποκτήσουν συνέχεια και να αξιοποιούνται ουσιαστικά οι προτάσεις που κατατίθενται. Η ίδια απέφυγε να ανακοινώσει συγκεκριμένες νέες πρωτοβουλίες, διευκρινίζοντας ότι αυτό δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές της.

Διαβάστε επίσης

Γεωργία Κουρλαμπά: Υπάρχει κενό στα δεδομένα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης – Πόσοι Έλληνες έχουν πραγματικά εμβολιαστεί

Νίκη Τσούμα: «Το σύστημα για να γίνει έξυπνο θέλει δεδομένα» – Ο ρόλος του MyHealth App

Νταλούκας: Το Μητρώο Εμβολιασμών να γίνει εργαλείο πρόληψης, όχι απλής καταγραφής