Για τη σημασία του εμβολιασμού και της πρόληψης ως αναπόσπαστου μέρους της καθημερινότητας, αλλά και για την ανάγκη η ενημέρωση των πολιτών να μετατρέπεται σε ουσιαστική δράση, μίλησε η Υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, στην 5η Ημερίδα για τον Εμβολιασμό του ygeiamou.gr.
Συμμετέχοντας στη συζήτηση με θέμα «Η νέα γλώσσα της πρόληψης: Πολιτεία, επιστήμη και κοινωνία στον ίδιο διάλογο», η υπουργός υπογράμμισε ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο η εμπέδωση της πρόληψης ως αυτονόητης συμπεριφοράς. Μάλιστα, αναφερόμενη στο πρόγραμμα «Προλαμβάνω», επισήμανε ότι 7 εκατομμύρια πολίτες έχουν ήδη λάβει SMS με πληροφορίες για τις δυνατότητες προληπτικών εξετάσεων, ωστόσο η πραγματική πρόκληση είναι να αξιοποιήσουν αυτή την ενημέρωση.
«Το θέμα είναι πώς περνάμε από το SMS στην πραγμάτωση αυτού για το οποίο ενημερώνει», τόνισε χαρακτηριστικά, αναδεικνύοντας την απόσταση που μπορεί να χωρίζει την ενημέρωση από την υιοθέτηση μιας προληπτικής συμπεριφοράς.
«Το 2026 δεν θα έπρεπε να συζητάμε ακόμη για τη σημασία της πρόληψης»
Η κυρία Μιχαηλίδου εξέφρασε τον προβληματισμό της για το γεγονός ότι η σημασία του εμβολιασμού εξακολουθεί να χρειάζεται υπεράσπιση και εξήγηση, ακόμη και μετά την εμπειρία της πανδημίας.
«Είναι μια συζήτηση η οποία το 2026 ίσως να μην έπρεπε καν να υπάρχει», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι άνθρωποι εφαρμόζουν καθημερινά πρακτικές πρόληψης για να προστατεύσουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους, χωρίς να αμφισβητούν την αναγκαιότητά τους.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τα μέτρα προστασίας που λαμβάνουν οι γονείς όταν ένα μωρό αρχίζει να μπουσουλάει: καλύπτουν τις γωνίες των επίπλων, προστατεύουν τις πρίζες και ασφαλίζουν τα συρτάρια, ώστε να αποφύγουν πιθανούς τραυματισμούς.
«Όλοι μέσα στα νοικοκυριά μας, μέσα στην οικογένειά μας, μαζί με τα παιδιά μας, κάνουμε καθημερινά μικροπράξεις ή μεγαλύτερες πράξεις για να προλάβουμε κάτι κακό, κάποιον τραυματισμό, κάποια ανεπιθύμητη εξέλιξη», σημείωσε.
Το ερώτημα που έθεσε είναι γιατί η ίδια λογική δεν εφαρμόζεται με την ίδια συνέπεια και στην επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόληψη.
«Όπως ασκούμε πρόληψη στην καθημερινότητά μας, μέσα σε αυτή την πρόληψη που ούτως ή άλλως ασκούμε, να μπει και η πιο επιστημονική πρόληψη στον ίδιο βαθμό κανονικότητας», υπογράμμισε.
Η δυσπιστία απέναντι στα εμβόλια παραμένει
Η υπουργός αναφέρθηκε και στις επιφυλάξεις που εξακολουθούν να διατυπώνονται απέναντι στον εμβολιασμό, περιγράφοντας ένα πρόσφατο περιστατικό από την προσπάθειά της να κάνει το αντιγριπικό εμβόλιο.
«Προχθές ήμουν κάτω στον Πειραιά και προσπαθούσα να βρω ένα φαρμακείο για να κάνω το εμβόλιο. Ήμουν μαζί με δύο-τρεις συνεργάτες μου. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μη με ρωτήσει γιατί να πάω να κάνω το εμβόλιο της γρίπης», ανέφερε.
Όπως περιέγραψε, οι ερωτήσεις που δέχθηκε αντανακλούσαν διαφορετικές αντιλήψεις και ανησυχίες γύρω από τον εμβολιασμό.
«Ο ένας έλεγε “μα γιατί να το κάνετε τώρα, είστε πολύ νέα, δεν το χρειάζεστε”, ο άλλος “μα δεν έχουμε βάλει πολλή χημεία μέσα στο σώμα μας;”, ο τρίτος “εντάξει, είδαμε και του COVID τι έγινε το εμβόλιο”». Η απάντησή της ήταν σαφής: «Τι έγινε; Σώθηκε τόσος κόσμος με το εμβόλιο του COVID».
Η κυρία Μιχαηλίδου υπογράμμισε ότι, μετά τις ανθρώπινες απώλειες της πανδημίας και τη συμβολή των εμβολίων στην επιστροφή στην κανονικότητα, ο εμβολιασμός θα έπρεπε πλέον να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο μέτρο προστασίας της υγείας.
Η οικογένεια διαμορφώνει τη στάση των παιδιών απέναντι στην πρόληψη
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο της οικογένειας, επισημαίνοντας ότι οι στάσεις και οι συμπεριφορές των γονέων αποτελούν καθοριστικό παράδειγμα για τα παιδιά.
«Είναι σημαντικό τα παιδιά να βλέπουν τι θεωρούν οι γονείς τους κανονικότητα», ανέφερε, εξηγώντας ότι η πρόληψη πρέπει να εντάσσεται φυσικά στην οικογενειακή ζωή.
Έφερε ως παράδειγμα μια μητέρα που επιστρέφει από την προγραμματισμένη μαστογραφία της ή έναν γονέα που έχει μόλις εμβολιαστεί και εξηγεί στο παιδί του ότι μπορεί να αισθάνεται μια μικρή ενόχληση στο χέρι, αλλά πρόκειται για μια συνηθισμένη διαδικασία προστασίας της υγείας.
«Το ότι αυτό το πράγμα περνάει ως μια κανονικότητα στο παιδί και εν τέλει αυτό θα περάσει ως κανονικότητα στην επόμενη γενιά, είναι πάρα πολύ σημαντικό», τόνισε.
Μάλιστα, αναφέρθηκε και στη δική της εμπειρία ως μητέρα ενός παιδιού ενάμιση έτους.
«Έχω ένα παιδάκι ενάμιση ετών και ό,τι και να του κάνω, το μιμείται αυτή τη στιγμή. Το βρίσκω εξαιρετικά χαριτωμένο, αλλά είναι και μια πραγματικότητα», είπε, υπογραμμίζοντας ότι η μίμηση αποτελεί βασικό στοιχείο της συμπεριφοράς των παιδιών και σε μεγαλύτερες ηλικίες.
«Καθήκον μας είναι να φροντίζουμε και τον φροντιστή»
Συνδέοντας την πρόληψη με τις πολιτικές κοινωνικής συνοχής και στήριξης της οικογένειας, η υπουργός ανέδειξε μια ακόμη σημαντική παράμετρο: τον χρόνο και την προσπάθεια που απαιτείται από τους γονείς και τους οικογενειακούς φροντιστές για την οργάνωση της προληπτικής φροντίδας.
«Συνήθως είναι η μαμά η οποία θα κλείσει το ραντεβού με τον παιδίατρο για το εμβόλιο, είναι η μαμά η οποία θα πει ότι έχουν περάσει έξι μήνες, πρέπει να πάω να μετρήσω το παιδί», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, πίσω από κάθε τέτοια ενέργεια υπάρχει ένας άνθρωπος που πρέπει να διαθέσει χρόνο από μια ήδη απαιτητική καθημερινότητα.
«Πρόληψη σημαίνει και προγραμματισμός», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι η Πολιτεία έχει υποχρέωση να στηρίζει όσους αναλαμβάνουν τη φροντίδα των άλλων.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις υπηρεσίες και στις κοινωνικές παροχές που μπορούν να απελευθερώσουν χρόνο για τις οικογένειες, όπως η πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» και τα προγράμματα στήριξης της τρίτης ηλικίας.
«Πολλές φορές αυτοί που αναλαμβάνουν τον ρόλο του φροντιστή μέσα στην οικογένεια τον αναλαμβάνουν οριζόντια. Φροντίζουν το παιδί, φροντίζουν όμως και τη γιαγιά και τον παππού», παρατήρησε.
Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε ότι η ενδυνάμωση της οικογένειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ουσιαστική εφαρμογή της πρόληψης.
«Καθήκον μας είναι με τα προγράμματά μας να φροντίζουμε και τον φροντιστή», τόνισε.
Από τα 7 εκατομμύρια SMS στην πραγματική πρόληψη
Κλείνοντας την παρέμβασή της, η κυρία Μιχαηλίδου έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη για ορθή, αξιόπιστη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ενημέρωση, σε μια εποχή κατά την οποία οι πολίτες εκτίθενται σε πλήθος πληροφοριών, συχνά αντικρουόμενων, σχετικά με τα εμβόλια.
Όπως επισήμανε, κάποιος που αναζητά στο διαδίκτυο πληροφορίες για ένα εμβόλιο, είτε για τον ίδιο είτε για το παιδί του, μπορεί να βρεθεί μπροστά σε χιλιάδες διαφορετικές απαντήσεις.
Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε τη συλλογική ευθύνη της Πολιτείας, των επιστημονικών φορέων, των διοργανωτών ενημερωτικών πρωτοβουλιών και των μέσων μαζικής ενημέρωσης να διασφαλίζουν τη διάδοση έγκυρων πληροφοριών.
«Έχουμε αυτή τη συλλογική ευθύνη για τη σωστή, την ορθή, την τεκμηριωμένη ενημέρωση, της οποίας τη διάχυση ως Πολιτεία έχουμε εξίσου ευθύνη να πραγματοποιήσουμε», ανέφερε.
Η ενημέρωση, όπως εξήγησε, πρέπει να φτάνει στους πολίτες μέσα από το σχολείο, τον προσωπικό γιατρό και τα δημόσια ή δημόσια χρηματοδοτούμενα δίκτυα υπηρεσιών.
Στο σημείο αυτό επανήλθε στο πρόγραμμα «Προλαμβάνω», αναφέροντας ότι 7 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ήδη λάβει SMS για τις διαθέσιμες δυνατότητες πρόληψης και τους κινδύνους υγείας που σχετίζονται με τη δημογραφική ομάδα στην οποία ανήκουν.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, η επιτυχία της ενημέρωσης δεν εξαντλείται στον αριθμό των μηνυμάτων που αποστέλλονται.
«Αλλιώς, το ότι εμείς έχουμε το πρόγραμμα “Προλαμβάνω” και 7 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ήδη λάβει SMS για το τι μπορούν να κάνουν και ποιο αντίστοιχο ρίσκο έχουν στη δημογραφική ομάδα στην οποία ανήκουν, αυτό θα μείνει ένα απλό SMS».
«Το θέμα είναι πώς περνάμε από το SMS στην πραγμάτωση αυτού για το οποίο ενημερώνει», κατέληξε, συνοψίζοντας το βασικό ζητούμενο: η γνώση για την πρόληψη να μετατρέπεται σε συγκεκριμένες πράξεις προστασίας της υγείας.
«Η τυραννία της μειοψηφίας» και η μάχη με την παραπληροφόρηση
Στη συνέχεια της συζήτησης, η κυρία Μιχαηλίδου παρουσίασε στοιχεία για τα αποτελέσματα του προγράμματος «Προλαμβάνω», αναφέροντας ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, περίπου 500.000 πολίτες παρουσίασαν ευρήματα κατά τις προληπτικές εξετάσεις, εκ των οποίων 350.000 με καρδιαγγειακά ευρήματα, ενώ σε 6.000 γυναίκες εντοπίστηκε καρκίνος του μαστού σε πρώιμο στάδιο.
Παράλληλα, προειδοποίησε για την επιρροή που ασκούν οι μεμονωμένες, επιστημονικά ατεκμηρίωτες ιστορίες σχετικά με τα εμβόλια, κάνοντας λόγο για «τυραννία της μειοψηφίας». Όπως επισήμανε, μια ανεπιβεβαίωτη αφήγηση μπορεί να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, επισκιάζοντας τα οφέλη του εμβολιασμού.
Η υπουργός στάθηκε επίσης στην ανάγκη να φτάνει η αξιόπιστη ενημέρωση στους πιο ευάλωτους πολίτες. «Όσο πιο ευάλωτος είναι κάποιος, τόσο πιο δύσκολη και χρονοβόρα πρόσβαση έχει στην πληροφορία», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η εμπιστοσύνη προς την Πολιτεία χτίζεται μέσα από ουσιαστικές υπηρεσίες και παροχές, οι οποίες διευκολύνουν στη συνέχεια και την επικοινωνία σημαντικών μηνυμάτων πρόληψης.
Διαβάστε επίσης
Άδωνις Γεωργιάδης: Θεωρώ την mRNA τεχνολογία μια τεράστια ακόμα ανακάλυψη της ανθρωπότητας
Αθανασάκης: Τα εμβόλια δεν κάνουν δουλειά από τα ράφι, αλλά όταν δίνονται στους ανθρώπους
Μαρία Θεοδωρίδου: Κρίσιμη η ανάγκη εμβολιασμού των ενηλίκων και των χρονίως πασχόντων