Αναγνωρίζοντας τη σημαντική πρόοδο της χώρας στην ψηφιοποίηση, επισήμανε ότι το ψηφιακό βιβλιάριο υγείας του παιδιού παραμένει δύσχρηστο και γραφειοκρατικό, απαιτώντας υπερβολικό χρόνο από τους παιδιάτρους.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών, το οποίο, όπως τόνισε, πρέπει να εξελιχθεί από σύστημα καταγραφής σε ενεργό εργαλείο δημόσιας υγείας.
Πρότεινε την αξιοποίηση των δεδομένων για τον εντοπισμό παιδιών που καθυστερούν εμβολιασμούς, ιδιαίτερα κατά της ιλαράς, και την αποστολή αυτοματοποιημένων υπενθυμίσεων στους γονείς και στους παιδιάτρους.
Επικαλέστηκε μάλιστα την εμπειρία της Δανίας και της Ολλανδίας, όπου λειτουργούν συστήματα επαναλαμβανόμενων ειδοποιήσεων.
«Οι χώρες αυτές δεν έχουν υψηλότερη εμβολιαστική κάλυψη επειδή οι πολίτες είναι πιο συνειδητοποιημένοι, αλλά επειδή διαθέτουν καλύτερα συστήματα υπενθύμισης», υπογράμμισε, απευθύνοντας πρόσκληση συνεργασίας προς το Υπουργείο Υγείας και την ΗΔΙΚΑ.
«Δεν αρκεί να ψηφιοποιούμε τις πράξεις. Πρέπει να αξιοποιούμε τα δεδομένα για να προλαμβάνουμε τα νοσήματα», τόνισε, θέτοντας στο επίκεντρο το πραγματικό όφελος για τον ασθενή και τον γιατρό.
Εμβολιαστικό Μητρώο: Δεν αρκεί να καταγράφουμε τις δόσεις
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε το Εμβολιαστικό Μητρώο και η δυνατότητά του να εντοπίζει εγκαίρως τα παιδιά που καθυστερούν ή παραλείπουν εμβολιασμούς.
Ο παιδίατρος αναγνώρισε ότι έχουν δημιουργηθεί σημαντικές ψηφιακές υποδομές, όπως η καταγραφή των εμβολιασμών, ο προγραμματισμός επόμενων δόσεων και οι προβλεπόμενες ηλεκτρονικές υπενθυμίσεις. Έθεσε, όμως, κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία τους στην πράξη.
Τι συμβαίνει όταν ένα παιδί δεν πραγματοποιήσει τον προγραμματισμένο εμβολιασμό; Αναγνωρίζει το σύστημα αυτόματα την καθυστέρηση; Ενημερώνονται εκ νέου οι γονείς; Μπορεί ο παιδίατρος να εντοπίσει και να καλέσει τα παιδιά που έχουν εκκρεμείς δόσεις;
Για να αναδείξει τη σημασία της ενεργητικής παρακολούθησης, παρουσίασε το παράδειγμα ενός παιδιού 18 μηνών που δεν έχει λάβει την πρώτη δόση του εμβολίου MMR για την ιλαρά, την παρωτίτιδα και την ερυθρά.
Ένα σύστημα απλής καταγραφής εμφανίζει ότι η δόση δεν έχει πραγματοποιηθεί. Αντίθετα, ένα σύστημα ενεργητικής πρόληψης θα μπορούσε να αναγνωρίζει την εκκρεμότητα, να ενημερώνει τους γονείς, να ειδοποιεί τον παιδίατρο και να παρακολουθεί εάν τελικά πραγματοποιήθηκε ο εμβολιασμός.
Πόσο αξιόπιστα είναι τα δεδομένα;
Ο κ. Νταλούκας έθεσε επίσης το ζήτημα της πληρότητας του Εμβολιαστικού Μητρώου, καθώς παλαιότεροι εμβολιασμοί μπορεί να υπάρχουν μόνο στα έντυπα βιβλιάρια υγείας.
Αναρωτήθηκε, μάλιστα, εάν σε περίπτωση κρούσματος ιλαράς οι υγειονομικές αρχές μπορούν να γνωρίζουν με αξιοπιστία ποια παιδιά και ποιοι ενήλικες είναι επαρκώς εμβολιασμένοι.
Πρότεινε οργανωμένη αναδρομική συμπλήρωση των εμβολιαστικών ιστορικών, με διευκολύνσεις και κατάλληλα κίνητρα για τους επαγγελματίες υγείας, καθώς και ενιαίους κανόνες καταγραφής για όλες τις ειδικότητες που πραγματοποιούν εμβολιασμούς.
Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη διασύνδεσης με τα σχολεία. Όπως επισήμανε, παρά την ηλεκτρονική καταγραφή, οι γονείς εξακολουθούν να προσκομίζουν φωτοτυπίες των βιβλιαρίων εμβολιασμού σε παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία.
Η πρότασή του αφορά την έκδοση ψηφιακής βεβαίωσης εμβολιαστικής κατάστασης, με δυνατότητα ελέγχου γνησιότητας, χωρίς αποκάλυψη του πλήρους ιατρικού ιστορικού του παιδιού.
Ένα ενιαίο Μητρώο για όλες τις ηλικίες
Ο παιδίατρος ζήτησε την πλήρη λειτουργική ενοποίηση των Εμβολιαστικών Μητρώων Παιδιών–Εφήβων και Ενηλίκων, ώστε κάθε πολίτης να διαθέτει συνεχές εμβολιαστικό ιστορικό, χωρίς να χάνονται εκκρεμότητες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους.
Επισήμανε ακόμη την ανάγκη αξιοποίησης των δεδομένων για τον εντοπισμό περιοχών με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη και παιδιών που δεν έχουν λάβει τις προβλεπόμενες δόσεις.
Απευθυνόμενος στη Γενική Γραμματέα, έθεσε το ερώτημα εάν προβλέπεται να αποκτήσουν οι παιδίατροι εργαλεία αυτόματου εντοπισμού και ανάκλησης παιδιών με καθυστερημένους εμβολιασμούς.
Τέλος, πρότεινε τη συγκρότηση μόνιμης ομάδας εργασίας μεταξύ Υπουργείου Υγείας, ΗΔΙΚΑ και παιδιάτρων της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, με στόχο την επίλυση καθημερινών δυσλειτουργιών και την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων εργαλείων πρόληψης.
«Οι παιδίατροι δεν ζητούμε απλώς περισσότερες ψηφιακές εφαρμογές», υπογράμμισε, συνοψίζοντας το βασικό αίτημα του κλάδου: ψηφιακά συστήματα που θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και θα επιτρέπουν στους γιατρούς να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην ιατρική και λιγότερο στη γραφειοκρατία.