Η αναβλητικότητα, ο φόβος και η παραπληροφόρηση αποτελούν βασικά εμπόδια στην πρόληψη, ακόμη και όταν οι πολίτες γνωρίζουν τη σημασία της.

Τον καθοριστικό ρόλο του γιατρού στην αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων ανέδειξε ο κ. Παναγιώτης Χούπας, μιλώντας στην 5η Ημερίδα για τον Εμβολιασμό του ygeiamou.gr, υπογραμμίζοντας ότι η σχέση γιατρού και ασθενούς πρέπει να στηρίζεται στη συνεργασία και όχι στον εκφοβισμό.

«Όταν κουνάμε το δάχτυλο στον ασθενή, τον χάνουμε»
«Ο γιατρός δεν πρέπει να είναι μπαμπούλας. Οποτεδήποτε κουνάμε το δάχτυλο στον άρρωστο, τον χάνουμε», τόνισε χαρακτηριστικά.

Όπως εξήγησε, το σύγχρονο μοντέλο ιατρικής φροντίδας βασίζεται στη συνεργασία γιατρού και ασθενούς. Ο γιατρός οφείλει να προτείνει, να εξηγεί και να τεκμηριώνει τις συστάσεις του με επιστημονικά επιχειρήματα, διασφαλίζοντας ότι ο ασθενής έχει κατανοήσει τις πληροφορίες. Η τελική απόφαση, ωστόσο, ανήκει στον ίδιο τον ασθενή.

«Δεν μπορούμε να πετύχουμε την τελειότητα στην πρόληψη. Μπορούμε όμως να πετύχουμε το πολύ καλό, ζητώντας την τελειότητα», επισήμανε.

Το παραπεμπτικό για μαστογραφία που μένει ανεκτέλεστο
Περιγράφοντας την αναβλητικότητα που χαρακτηρίζει συχνά τη στάση των πολιτών απέναντι στις προληπτικές εξετάσεις, ο κ. Χούπας αναφέρθηκε σε χαρακτηριστικό περιστατικό από την καθημερινή ιατρική πρακτική.

Μια γυναίκα είχε λάβει ηλεκτρονικό παραπεμπτικό για μαστογραφία, το οποίο παρέμενε ανεκτέλεστο επί 11 μήνες.

«Σας έχουν στείλει 11 μήνες παραπεμπτικό μαστογραφίας. Δεν το έχετε εκτελέσει. Θα λήξει. Είναι η υγεία σας», περιέγραψε, επισημαίνοντας ότι οι προσκλήσεις για προσυμπτωματικό έλεγχο απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, βάσει του κινδύνου εμφάνισης της νόσου.

Το παράδειγμα αναδεικνύει, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι η ενημέρωση δεν αρκεί πάντοτε για να κινητοποιήσει τους πολίτες. Η αναβλητικότητα, συχνά σε συνδυασμό με τον φόβο, μπορεί να οδηγήσει σε πολύμηνη καθυστέρηση σημαντικών προληπτικών εξετάσεων.

Οι μύθοι για τα εμβόλια που περνούν από γενιά σε γενιά
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε απέναντι στη διατήρηση λανθασμένων αντιλήψεων για τους εμβολιασμούς, οι οποίες αναπαράγονται ακόμη και από επαγγελματίες υγείας.

Ανέφερε ως παράδειγμα τη σύσταση που εξακολουθούν να λαμβάνουν ορισμένοι πολίτες να αποφεύγουν τρόφιμα όπως τα αυγά, τα ψάρια, το κρέας ή οι ξηροί καρποί για δύο ή τρεις ημέρες μετά τον εμβολιασμό, χωρίς να υπάρχει γενική επιστημονική σύσταση που να δικαιολογεί τέτοιους περιορισμούς.

Περιέγραψε επίσης περιστατικό αιμοδότριας που, όπως είπε, αποκλείστηκε από αιμοδοσία επειδή είχε εμβολιαστεί κατά της γρίπης την προηγούμενη ημέρα, παρότι ο ίδιος είχε εκτιμήσει ότι μπορούσε να αιμοδοτήσει.

Τα περιστατικά αυτά, σύμφωνα με τον κ. Χούπα, αναδεικνύουν την ανάγκη για ενιαίες, επιστημονικά τεκμηριωμένες οδηγίες από τους επαγγελματίες υγείας.

«Όσοι σηκώσαμε το βάρος της ενημέρωσης στην πανδημία, συνθλιβήκαμε»
Ο κ. Χούπας αναφέρθηκε και στην παραπληροφόρηση που αναπτύχθηκε κατά την πανδημία της COVID-19, ασκώντας κριτική σε δημόσιες τοποθετήσεις που αμφισβητούσαν τα εμβόλια και προωθούσαν μη τεκμηριωμένες θεραπευτικές επιλογές.

Μάλιστα, περιέγραψε περίπτωση γιατρού που, σύμφωνα με όσα ανέφερε, αντιμετωπίζει δικαστική διαδικασία, παρότι είχε δραστηριοποιηθεί δημόσια υπέρ της ενημέρωσης για τον εμβολιασμό κατά της COVID.

«Όσοι την εποχή της πανδημίας σηκώσαμε βάρος στις πλάτες μας, στο τέλος συνθλιβήκαμε από αυτό το βάρος», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η ευθύνη της Πολιτείας, της επιστήμης και της κοινωνίας
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Χούπας υπογράμμισε ότι η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και η ενίσχυση της πρόληψης δεν αποτελούν αποκλειστικά ευθύνη του γιατρού.

Η Πολιτεία, οι επιστημονικοί φορείς και η κοινωνία οφείλουν, όπως ανέφερε, να αναλάβουν ενεργότερο ρόλο, να υπερασπιστούν την επιστημονική τεκμηρίωση και να αντιμετωπίσουν αποφασιστικά την παραπληροφόρηση.

Ζήτησε μάλιστα μεγαλύτερη θεσμική αποφασιστικότητα και, όπου απαιτείται, την εξέταση μέτρων λογοδοσίας.

Για τον ίδιο, πάντως, η ουσία της πρόληψης βρίσκεται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ γιατρού και ασθενούς: ο γιατρός ενημερώνει με επιχειρήματα και σεβασμό, χωρίς να επιβάλλεται, ενώ οι θεσμοί έχουν την ευθύνη να δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι πολίτες μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις βασισμένες σε αξιόπιστη επιστημονική γνώση.