Οι φαρμακευτικές ενέσεις που χορηγούνται για την αντιμετώπιση της τενοντοπάθειας του Αχίλλειου τένοντα ενδέχεται να προσφέρουν πολύ λιγότερα από όσα προσδοκούν οι ασθενείς. Νέα κλινική δοκιμή που δημοσιεύθηκε στο The BMJ διαπίστωσε ότι οι λεγόμενες ενέσεις μεγάλου όγκου (high-volume injections), με ή χωρίς κορτικοστεροειδές, δεν προσφέρουν ουσιαστικό κλινικό όφελος έναντι μιας εικονικής ένεσης (placebo) σε βάθος 12 μηνών.

Η τενοντοπάθεια του Αχίλλειου προκαλεί πόνο, δυσκαμψία και οίδημα στον τένοντα και μπορεί να δυσκολέψει ακόμη και καθημερινές δραστηριότητες, όπως το περπάτημα. Υπολογίζεται ότι περίπου το 6% των ανθρώπων θα την εμφανίσει κάποια στιγμή στη ζωή του.

Η θεραπευτική άσκηση αποτελεί βασική επιλογή αντιμετώπισης. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ερευνητές, έως και το 44% των ασθενών δεν αναρρώνει, με αποτέλεσμα αρκετοί να αναζητούν εναλλακτικές λύσεις, μεταξύ των οποίων και οι ενέσιμες θεραπείες.

Τι εξέτασαν οι ερευνητές

Στη μελέτη συμμετείχαν 192 ενήλικες, με μέση ηλικία τα 49 έτη, οι οποίοι έπασχαν από τενοντοπάθεια του μέσου τμήματος του Αχίλλειου τένοντα. Το 55% ήταν άνδρες.

Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από ακτινολογική κλινική στη Μελβούρνη της Αυστραλίας και εντάχθηκαν στη μελέτη από τον Δεκέμβριο του 2019 έως τον Ιούλιο του 2022.

Χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες:

  • 64 άτομα έλαβαν εικονική ένεση
  • 63 άτομα έλαβαν ένεση μεγάλου όγκου χωρίς κορτικοστεροειδές
  • 65 άτομα έλαβαν ένεση μεγάλου όγκου με κορτικοστεροειδές.

Οι ενέσεις μεγάλου όγκου περιείχαν φυσιολογικό ορό και τοπικό αναισθητικό, ενώ στη μία ομάδα προστέθηκε χαμηλή δόση κορτικοστεροειδούς.

Το σημαντικό είναι ότι και οι τρεις ομάδες ακολούθησαν το ίδιο πρόγραμμα άσκησης και έλαβαν τις ίδιες οδηγίες σχετικά με τη διαχείριση της δραστηριότητας και της πάθησής τους.

Κατά την έναρξη της δοκιμής, οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν μέτριο έως υψηλό επίπεδο πόνου και λειτουργικού περιορισμού, ενώ τα συμπτώματά τους διαρκούσαν κατά διάμεσο όρο δύο χρόνια.

Τι έδειξε η σύγκριση έπειτα από έναν χρόνο

Οι επιστήμονες αξιολόγησαν κυρίως τον πόνο και τον βαθμό λειτουργικότητας στις 52 εβδομάδες, χρησιμοποιώντας την κλίμακα VISA-A, στην οποία το 100 αντιστοιχεί σε απουσία πόνου και λειτουργικού περιορισμού. Στους 12 μήνες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για 181 από τους 192 συμμετέχοντες, δηλαδή για το 94% του δείγματος. Το αποτέλεσμα ήταν σαφές: Δεν διαπιστώθηκαν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της εικονικής ένεσης και των ενέσεων μεγάλου όγκου, είτε αυτές περιείχαν κορτικοστεροειδές είτε όχι. Η ένεση χωρίς κορτικοστεροειδές δεν παρουσίασε πλεονέκτημα έναντι της εικονικής θεραπείας σε κανένα χρονικό σημείο.

Η εικόνα ήταν λίγο διαφορετική όταν χρησιμοποιήθηκε κορτικοστεροειδές. Στις έξι εβδομάδες καταγράφηκε μια μικρή, βραχυπρόθεσμη βελτίωση σε σχέση με την εικονική θεραπεία. Ωστόσο, το πλεονέκτημα αυτό δεν διατηρήθηκε. Στις 26 εβδομάδες, μάλιστα, τα αποτελέσματα ήταν χειρότερα σε σύγκριση με την ένεση μεγάλου όγκου χωρίς κορτικοστεροειδές. Δεν καταγράφηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που να σχετίζονται με τη δοκιμή.

«Να επανεξεταστεί η χορήγησή τους»

Οι ερευνητές αναγνωρίζουν ορισμένους περιορισμούς της μελέτης. Οι συμμετέχοντες προσελκύστηκαν κυρίως μέσω των social media, γεγονός που ενδέχεται να περιορίζει το κατά πόσο τα αποτελέσματα μπορούν να γενικευθούν στον συνολικό πληθυσμό ασθενών. Επιπλέον, οι επαγγελματίες που πραγματοποιούσαν τις ενέσεις γνώριζαν ποια θεραπεία χορηγούσαν.

Παρά τους περιορισμούς, οι συγγραφείς εκτιμούν ότι τα ευρήματα θα πρέπει να οδηγήσουν τους κλινικούς γιατρούς να επανεξετάσουν τη λογική της χορήγησης αυτών των ενέσεων στην τενοντοπάθεια του Αχίλλειου τένοντα.

Ο John Orchard από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ επισημαίνει ότι τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εξ ορισμού ωφέλιμα ή επιβλαβή, αλλά να χορηγούνται στο κατάλληλο κλινικό πλαίσιο, όταν το βραχυπρόθεσμο όφελος έχει μεγαλύτερη σημασία από τις μακροπρόθεσμες ανάγκες. Τονίζει, ωστόσο, ένα κρίσιμο σημείο: Ο ασθενής δεν θα πρέπει ποτέ να ενημερώνεται ότι μια ένεση κορτικοστεροειδούς μπορεί να «διορθώσει» ή να θεραπεύσει την τενοντοπάθεια.

Όπως καταλήγει, οι γιατροί που συστήνουν ή πραγματοποιούν τέτοιες ενέσεις οφείλουν να κατανοούν τη σχέση μεταξύ του πιθανού βραχυπρόθεσμου οφέλους και των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων και να την εξηγούν με σαφήνεια στον ασθενή πριν από τη θεραπεία.

Διαβάστε επίσης

Κορτικοστεροειδή: Πώς επηρεάζουν ύπνο και διάθεση – Ο ειδικός εξηγεί

Όλα όσα πρέπει να ξέρουμε για τα κορτικοστεροειδή στις δερματικές παθήσεις – Οφέλη και κίνδυνοι

Αρθρίτιδα γόνατος: Οι ενέσεις κορτιζόνης ανακουφίζουν μεν, αλλά όχι «για πάντα» – Η εναλλακτική που κερδίζει έδαφος