Η διάγνωση της υπέρτασης φαίνεται να πείθει ευκολότερα έναν ασθενή να πάρει το φάρμακό του παρά να αλλάξει όσα κάνει καθημερινά. Κι όμως, η σωστή διατροφή, η άσκηση, η διατήρηση υγιούς βάρους και ο περιορισμός του αλατιού αποτελούν επίσης σημαντικά κομμάτια της αντιμετώπισης της υψηλής αρτηριακής πίεσης.
Αυτή την ενδιαφέρουσα αντίφαση αναδεικνύει νέα μελέτη σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.398 ενηλίκων στις ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Hypertension.
Οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο η αντίληψη που έχει ένας άνθρωπος για τον προσωπικό του κίνδυνο, τη σοβαρότητα της νόσου, τα οφέλη της θεραπείας αλλά και τις δυσκολίες επικοινωνίας με τον γιατρό επηρεάζει την πρόθεσή του να ακολουθήσει τις συστάσεις για την αντιμετώπιση της υπέρτασης.
Και βρήκαν μία αξιοσημείωτη διαφορά ανάμεσα στο «παίρνω το φάρμακό μου» και στο «αλλάζω τον τρόπο ζωής μου».
Το χάπι φαίνεται ευκολότερο από την αλλαγή συνηθειών
Οι άνθρωποι που είχαν διαγνωστεί με υπέρταση δήλωναν μεγαλύτερη πρόθεση να ακολουθήσουν τις συστάσεις του γιατρού για τη λήψη φαρμάκων σε σύγκριση με όσους δεν είχαν υψηλή αρτηριακή πίεση.
Όταν όμως οι ερευνητές ρώτησαν για τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, η εικόνα αντιστράφηκε. Η διάγνωση της υπέρτασης συνδεόταν με μικρότερη πρόθεση υιοθέτησης υγιεινότερων συνηθειών, ακόμη και όταν οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη την προθυμία των συμμετεχόντων να παίρνουν φάρμακα.
Οι ασθενείς με υπέρταση εμφανίζονταν λιγότερο πρόθυμοι να ακολουθήσουν τις συστάσεις για βελτίωση της διατροφής, τακτική άσκηση, διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και μείωση της πρόσληψης αλατιού.
«Η φαρμακευτική αγωγή και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής αποτελούν και οι δύο βασικά συστατικά της αντιμετώπισης της υπέρτασης, όμως τα ευρήματά μας δείχνουν ότι πιθανώς καθορίζονται από διαφορετικές ψυχολογικές διεργασίες», εξηγεί ο επικεφαλής της μελέτης Yotam Ophir, αναπληρωτής καθηγητής Επικοινωνίας στο University at Buffalo και ερευνητής του Annenberg Public Policy Center.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά τη διάγνωση οι άνθρωποι φαίνεται να είναι περισσότερο διατεθειμένοι να ακολουθήσουν τη σύσταση του γιατρού για φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα όταν ανησυχούν για την υπέρταση ή πιστεύουν στο όφελος της θεραπείας. Αυτό όμως δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε μεγαλύτερη διάθεση να αλλάξουν τις καθημερινές τους συνήθειες.
Γιατί δεν αρκεί να γνωρίζουμε τον κίνδυνο
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι το μοντέλο που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες για να προβλέψουν τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων μπορούσε να προβλέψει την πρόθεση λήψης φαρμάκων δύο έως τρεις φορές καλύτερα από την πρόθεση υιοθέτησης ενός υγιεινότερου τρόπου ζωής.
Αυτό υποδηλώνει ότι το να γνωρίζει κάποιος πόσο σοβαρή είναι η υπέρταση ή πόσο θα ωφεληθεί από τη θεραπεία μπορεί να μην αρκεί για να τον κάνει να αλλάξει συνήθειες που έχουν εδραιωθεί εδώ και χρόνια.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η επικοινωνία με τον γιατρό. Οι συμμετέχοντες που ανέφεραν μεγαλύτερες δυσκολίες στο να συζητούν θέματα υγείας με τους επαγγελματίες υγείας είχαν γενικά μικρότερη πρόθεση να ακολουθήσουν τόσο τη φαρμακευτική αγωγή όσο και τις συστάσεις για αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η αντιμετώπιση της υπέρτασης δεν τελειώνει στη συνταγογράφηση ενός φαρμάκου. Η μεγαλύτερη πρόκληση μπορεί να βρίσκεται στην καθημερινότητα: στο πιάτο, στην κίνηση, στο σωματικό βάρος και στις συνήθειες που δύσκολα αλλάζουν.
Και εκεί, όπως υπογραμμίζουν οι ερευνητές, ίσως χρειάζονται διαφορετικές και πιο στοχευμένες παρεμβάσεις ώστε η γνώση του κινδύνου να μετατρέπεται τελικά σε πράξη.
Διαβάστε επίσης
Υπέρταση: Πόση άσκηση χρειάζεται για να ρίξουμε την πίεση – Ο ειδικός απαντά