Αλλαντικά και αναψυκτικά απομακρύνονται, οι μερίδες περιορίζονται και νέες, πιο υγιεινές επιλογές αποκτούν μια θέση στα ράφια των σχολικών κυλικείων.
Από τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά 2026-2027, οι μαθητές στην Ελλάδα θα βρεθούν μπροστά σε ένα διαφορετικό κυλικείο. Η βραστή γαλοπούλα δεν θα επιτρέπεται πλέον στα τοστ και στα σάντουιτς, το κλασικό κουλούρι θα ζυγίζει έως 60 γραμμάρια, ενώ μικρότερες θα είναι και οι συσκευασίες χυμών και μπισκότων.
Στον ανανεωμένο κατάλογο προστίθενται λαχανικά εποχής σε ατομικές μερίδες, φυτικά ροφήματα, γκοφρέτες δημητριακών και ζυμωμένα γαλακτοκομικά, όπως το κεφίρ. Παράλληλα, καθορίζονται ανώτατα όρια για το μέγεθος της μερίδας και την περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλάτι και λιπαρά.
Η εν λόγω πρωτοβουλία του Υπουργείου Υγείας -κατόπιν εισηγήσεων της Εθνικής Επιτροπής Διατροφής -φιλοδοξεί να περιορίσει την έκθεση των παιδιών σε (υπερ)επεξεργασμένα προϊόντα και να συμβάλει στην αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας (σημειώνεται ότι η χώρα μας κατέχει την «αρνητική πρωτιά» στην Ευρώπη).
Ωστόσο, όταν τα παραπάνω τρόφιμα φύγουν από το μενού, κατά πόσο θα στραφούν οι μαθητές πράγματι στις πιο υγιεινές επιλογές; Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη, δείχνει μελέτη από την Αγγλία. Η Δρ. Hannah Ensaff, ο Δρ. Mel Holmes και η Δρ. Patrice Mwithaga από το Πανεπιστήμιο του Λιντς παρουσιάζουν στο The Conversation τα κύρια ευρήματά τους
Ποιες οι επιλογές των παιδιών στην Αγγλία
Αντίστοιχες παρεμβάσεις στον τομέα της διατροφής των μαθητών σχεδιάζονται και στην Αγγλία. Η κυβέρνηση προάγει την ένταξη περισσότερων φυτικών ινών, λιγότερης ζάχαρης, αλατιού και κορεσμένων λιπαρών στα σχολικά γεύματα. Τα τηγανητά αναμένεται να απαγορευτούν, ενώ θα περιοριστεί η συχνότητα με την οποία προσφέρονται πίτσα, αρτοσκευάσματα και γλυκά.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ερευνητές ανέλυσαν περισσότερες από 250.000 αγορές που πραγματοποίησαν πάνω από 800 μαθητές ηλικίας 11 έως 18 ετών στη διάρκεια ενός σχολικού έτους.
Η προτίμηση στα γρήγορα, γνώριμα και εύκολα στη μεταφορά προϊόντα «πρωταγωνίστησε», ενώ τα πιο υγιεινά πιάτα και τα φρούτα έμειναν στο περιθώριο.
Πέντε διαφορετικά διατροφικά προφίλ
Με βάση τις αγορές τους, οι μαθητές χωρίστηκαν σε πέντε ομάδες:
- Η μεγαλύτερη ομάδα (40%) προτιμούσε σάντουιτς, ρόφημα και μπισκότο ή κέικ.
- Το 23% προμηθευόταν αλμυρά σνακ στο διάλειμμα, όπως πατατάκια και τοστ.
- Ακολουθούσαν οι «λάτρεις των κέικ» (19%),
- και όσοι αγόραζαν κατά κύριο λόγο πίτσα (17%).
- Λιγότερο από το 2% επέλεγε συστηματικά το πιάτο ημέρας, δηλαδή την πιο ολοκληρωμένη και, συνήθως, ισορροπημένη πρόταση του κυλικείου.
Τα μπισκότα και τα κέικ αντιστοιχούσαν συνολικά στο ένα τέταρτο όλων των προϊόντων που αγοράστηκαν. Εμφανίζονταν σε κάθε διατροφικό προφίλ, ακόμη και στις επιλογές των παιδιών που προτιμούσαν τα πιο υγιεινά γεύματα.
Μετατόπιση με την πάροδο του χρόνου
Η στροφή προς τα σνακ γινόταν εντονότερη όσο αυξανόταν η ηλικία. Συγκεκριμένα, οι μεγαλύτεροι μαθητές ήταν πιθανότερο να αποφεύγουν το συμβατικό, πιο ισορροπημένο, μεσημεριανό γεύμα που προσφερόταν στο σχολείο και να επιλέγουν κάτι που μπορούσαν να προμηθευτούν γρήγορα στο διάλειμμα.
Αυτή η τάση μπορεί να συνδέεται τόσο με τη μεγαλύτερη αυτονομία των εφήβων όσο και με πρακτικά ζητήματα: την αναμονή στο κυλικείο, τον περιορισμένο χρόνο, τον διαθέσιμο χώρο και την ευκολία ενός προϊόντος που καταναλώνεται στο χέρι.
Παράλληλα, ήταν πιθανό ένας μαθητής να παίρνει κάποιο σνακ στο σχολείο, συμπληρώνοντας το γεύμα του με τρόφιμα από το σπίτι ή από εξωτερικό κατάστημα.
Γιατί δεν αρκεί η αλλαγή του μενού
Η απομάκρυνση των λιγότερο θρεπτικών επιλογών μπορεί να βελτιώσει το σχολικό διατροφικό περιβάλλον. Δεν εγγυάται, όμως, ότι οι μαθητές θα στραφούν αυτομάτως στα φρούτα, στα λαχανικά ή στα πιο υγιεινά γεύματα.
Αν οι εναλλακτικές δεν είναι εύγευστες, οικονομικές και πρακτικές, υπάρχει το ενδεχόμενο τα παιδιά να φέρνουν αντίστοιχα προϊόντα από το σπίτι ή να τα αγοράζουν πριν/μετά το σχολείο.
Γι’ αυτό οι ερευνητές τονίζουν ότι η πολιτική για τη σχολική διατροφή δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν κατάλογο «προτάσεων και απαγορεύσεων». Σημασία έχουν εξίσου:
- η τιμή και η εμφάνιση των τροφίμων,
- η θέση τους μέσα στο κυλικείο,
- ο διαθέσιμος χρόνος για φαγητό,
- η διάρκεια αναμονής,
- η δυνατότητα εύκολης μεταφοράς και κατανάλωσης,
- η διατροφική εκπαίδευση των μαθητών, καθώς και
- η οικονομική βιωσιμότητα των κυλικείων.
Το πραγματικό στοίχημα
Η βρετανική έρευνα πραγματοποιήθηκε σε ένα μόνο αστικό σχολείο, με στοιχεία του 2017-2018, και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική για όλους τους μαθητές, τονίζουν οι συγγραφείς. Βέβαια, αναδεικνύει έναν παράγοντα που αφορά άμεσα και τις επικείμενες αλλαγές στην Ελλάδα: τα παιδιά δεν επιλέγουν τα τρόφιμα μόνο με βάση τη διατροφική τους αξία.
Πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζουν η γεύση, η τιμή, η εξοικείωση, η ταχύτητα και η ευκολία. Έτσι, προϊόντα όπως μπισκότα, κέικ και πίτσα «δικαιολογείται» να βρίσκονται στην κορυφή της παρούσας ανάλυσης.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο να φύγουν τα αλλαντικά, τα αναψυκτικά και τα επεξεργασμένα σνακ από τα σχολεία. Είναι οι επιλογές που θα τα αντικαταστήσουν να γίνουν αρκετά ελκυστικές και βολικές, ώστε οι μαθητές να τις προτιμήσουν στην πράξη.
Διαβάστε επίσης
Τι θα φάει το παιδί στο σχολείο; Η διαιτολόγος προτείνει υγιεινά σνακ, αντί για «κακές» επιλογές