Παιδιά που αποφεύγουν το φαγητό ή τρώνε πολύ περιορισμένες ποσότητες δεν «το κάνουν πάντα από πείσμα», ούτε επειδή είναι κακομαθημένα. Σύμφωνα με πρόσφατη μεγάλη επιστημονική μελέτη, οι διατροφικές αυτές συμπεριφορές έχουν σε σημαντικό βαθμό γενετική βάση.
Η έρευνα βασίστηκε σε στοιχεία από χιλιάδες παιδιά στη Νορβηγία και εξέτασε τις γενετικές διαφορές που παρουσίαζαν συμπτώματα αποφυγής και περιορισμού τροφής (μια διατροφική διαταραχή που είναι γνωστή διεθνώς ως ARFI) στις ηλικίες των 3 και των 8 ετών.
Τι ανακάλυψαν οι επιστήμονες
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι:
- Τα γονίδια παίζουν ρόλο στο αν ένα παιδί θα εμφανίσει συμπεριφορές αποφυγής φαγητού.
- Στην ηλικία των 3 ετών, περίπου το 8% των διαφορών μεταξύ των παιδιών αποδίδεται σε γενετικούς παράγοντες.
- Στην ηλικία των 8 ετών, το ποσοστό αυτό αυξάνεται γύρω στο 12%.
- Στα παιδιά με σοβαρότερα και επίμονα προβλήματα σίτισης, η γενετική επίδραση φτάνει έως και το 16%.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται απλώς για «φάση» – σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει πραγματική γενετική προδιάθεση.
Σχέση με άλλες δυσκολίες
Η μελέτη έδειξε επίσης ότι τα παιδιά με γενετική προδιάθεση που τρώνε πολύ επιλεκτικά:
- Έχουν αυξημένη πιθανότητα για χαμηλότερο βάρος σώματος.
- Εμφανίζουν μικρότερη έφεση προς τροφές με πολλές θερμίδες.
- Έχουν γενετική συσχέτιση με γαστρεντερικά προβλήματα όπως κοιλιοκάκη και φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.
- Παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο συνύπαρξης με διαταραχές ανάπτυξης όπως η ΔΕΠΥ (διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας).
- Συνδέονται γενετικά, σε μικρό βαθμό, με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις και γνωστικές δεξιότητες.
Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι τα ίδια γενετικά χαρακτηριστικά εμφανίζονται τόσο στην ηλικία των 3 όσο και των 8 ετών, γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα συχνά δεν εξαφανίζεται μόνο του με την ηλικία.
Τι σημαίνει αυτό για τους γονείς
Παρότι υπάρχει γενετικός παράγοντας, τα γονίδια δεν καθορίζουν τα πάντα. Ένα μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς δεν εξηγείται από το DNA, γεγονός που αφήνει σημαντικό περιθώριο παρέμβασης και υποστήριξης.
Για τους περισσότερους γονείς, το σημαντικό μήνυμα είναι ότι:
- Το επίμονο πρόβλημα στο φαγητό δεν πρέπει να υποτιμάται.
- Δεν πρόκειται πάντα για «κακές συνήθειες».
- Όσο πιο νωρίς αναγνωριστεί το πρόβλημα, τόσο καλύτερη είναι η εξέλιξη.
Η υπομονή, η κατανόηση και η σωστή επιστημονική καθοδήγηση είναι πιο αποτελεσματικές από την πίεση ή τις τιμωρίες.
Η δυσκολία ενός παιδιού στο φαγητό δεν είναι απλώς μία ιδιορρυθμία. Είναι συχνά μέρος μίας πολύπλευρης αναπτυξιακής πραγματικότητας που περιλαμβάνει βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Η έγκαιρη αναγνώριση και η στήριξη από ειδικούς μπορεί να κάνουν τη διαφορά, όχι μόνο στη διατροφή αλλά και στη συνολική ανάπτυξη του παιδιού. Όταν κατανοούμε ότι πίσω από τη συμπεριφορά υπάρχει συχνά βιολογία, τότε αλλάζει και ο τρόπος που φροντίζουμε.
Διαβάστε επίσης
Αυτή η εξέταση στη διάρκεια της κύησης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο αυτισμού
Αυτά τα μωρά «βγάζουν» περισσότερα δόντια μέχρι την ηλικία των 6 μηνών
Η απλή συμβουλή του Αϊνστάιν για πιο έξυπνα παιδιά – Δεν έχει καμία σχέση με την πολύωρη μελέτη