Το τοπίο του καπνίσματος αλλάζει. Το συμβατικό τσιγάρο δεν είναι πλέον η μοναδική πηγή νικοτίνης: Ηλεκτρονικά τσιγάρα, θερμαινόμενα προϊόντα καπνού και σακουλάκια νικοτίνης έχουν δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, στην οποία το ερώτημα δεν περιορίζεται πλέον στο «καπνίζεις ή δεν καπνίζεις;», αλλά «τι καπνίζεις;» και «είναι όλα τα προϊόντα εξίσου επιβλαβή;».

Κι αν όχι, πώς μπορεί αυτή η πληροφορία να χρησιμοποιηθεί προς όφελος των σημερινών καπνιστών, χωρίς να ενθαρρύνει μια νέα γενιά χρηστών νικοτίνης;

Αυτό η δύσκολη ισορροπία αποτέλεσε το κεντρικό ζήτημα του 9th Summit on Tobacco Harm Reduction: Novel Products, Research & Policy, όπου διακεκριμένοι επιστήμονες παρουσίασαν νεότερα δεδομένα για τη νικοτίνη, τα προϊόντα χωρίς καύση και τις τάσεις χρήσης μεταξύ των νέων.

Η καύση στο επίκεντρο της βλάβης

Για έναν καπνιστή, η καλύτερη επιλογή παραμένει σαφής: Να διακόψει πλήρως το κάπνισμα. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτό δε συμβαίνει;

Εδώ ακριβώς εντάσσεται η έννοια της μείωσης της βλάβης: Η αναγνώριση ότι διαφορετικοί τρόποι πρόσληψης νικοτίνης δεν συνεπάγονται τον ίδιο βαθμό έκθεσης στις βλαβερές ουσίες που συνδέονται με το κάπνισμα.

Κρίσιμο στοιχείο σε αυτή τη συζήτηση αποτελεί η καύση. Όταν ένα συμβατικό τσιγάρο καίγεται, παράγεται καπνός που περιέχει πλήθος τοξικών ουσιών. Τα προϊόντα που δεν βασίζονται στην καύση λειτουργούν διαφορετικά και, επομένως, μπορούν να περιορίσουν την έκθεση σε πολλές από τις ουσίες που δημιουργούνται κατά την καύση. Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να χωρίσουμε τα προϊόντα σε «ασφαλή» και «επικίνδυνα», αλλά να κατανοήσουμε ότι μπορεί να υπάρχει διαβάθμιση του κινδύνου.

Από το συμβατικό τσιγάρο σε μια επιλογή χαμηλότερου κινδύνου

Η έννοια αποκτά πρακτική σημασία κυρίως για τον καπνιστή που, παρά τις προσπάθειες, δεν διακόπτει το κάπνισμα.

Κι εδώ υπάρχει μια κρίσιμη προϋπόθεση: Η πλήρης μετάβαση. Η λογική της μείωσης της βλάβης βασίζεται στην απομάκρυνση από την καύση και, επομένως, προϋποθέτει ότι το συμβατικό τσιγάρο δεν χρησιμοποιείται πια.

Η μετάβαση αυτή ανοίγει ξανά τη συζήτηση γύρω από την καρδιαγγειακή υγεία. Στην παρουσίασή του, ο καθηγητής Ιγνάτιος Οικονομίδης αναφέρθηκε στα διαθέσιμα δεδομένα για τα νεότερα προϊόντα και τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες για την περιφερική αρτηριακή και αορτική νόσο, σύμφωνα με τις οποίες τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, να εξεταστούν ως βοήθημα διακοπής του καπνίσματος, με σαφή σύσταση αποφυγής της διπλής χρήσης.

Το μήνυμα που προκύπτει είναι, επομένως, ότι η πλήρης διακοπή παραμένει ο στόχος, αλλά για έναν ενήλικο καπνιστή που διαφορετικά θα συνέχιζε να καπνίζει, η μετάβαση μακριά από την καύση μπορεί να αποτελέσει στρατηγική μείωσης της βλάβης.

Η άλλη πλευρά της εξίσωσης: Οι ανήλικοι

Υπάρχει, ωστόσο, ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό ερώτημα: Μπορεί η διάθεση εναλλακτικών προϊόντων να οδηγήσει ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα κάπνιζαν ποτέ στη χρήση νικοτίνης;

Ο καθηγητής Raymond Niaura, που παρουσίασε στο Summit στοιχεία σχετικά με τη συμπεριφορά των ανηλίκων, επισημαίνει ότι σήμερα δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί πόσοι περιορίζονται στον πειραματισμό και πόσοι καταλήγουν σε συστηματική χρήση. «Τα πράγματα έχουν αλλάξει ταχέως τα τελευταία χρόνια», σημειώνει. Όπως εξηγεί, στις ΗΠΑ το κάπνισμα συμβατικών τσιγάρων πριν από τα 18 χρόνια είναι πλέον σχεδόν ανύπαρκτο. Η χρήση εναλλακτικών προϊόντων, ιδιαίτερα ηλεκτρονικών τσιγάρων, είναι μεγαλύτερη και χρειάζεται παρακολούθηση, αν και, συνολικά, η χρήση των περισσότερων προϊόντων παρουσιάζει πτωτική τάση.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια νέα «επιδημία» χρήσης νικοτίνης ή για μετατόπιση από το συμβατικό τσιγάρο προς τα νεότερα προϊόντα; Ο καθηγητής Niaura κλίνει σαφώς προς τη δεύτερη εξήγηση. «Έχει υπάρξει μια μετατόπιση, καθώς περισσότεροι ανήλικοι στρέφονται στα νεότερα προϊόντα νικοτίνης σε σύγκριση με τα τσιγάρα. Ωστόσο, δεν θα το χαρακτήριζα “επιδημία”, με την έννοια ότι δεν βλέπουμε να αυξάνεται η συνολική χρήση νικοτίνης από οποιοδήποτε προϊόν. Φυσικά, εξακολουθούμε να θέλουμε αυτή η χρήση να παραμένει όσο το δυνατόν χαμηλότερη», εξηγεί.

Μπορούμε να γνωρίζουμε πόσοι ανήλικοι θα είχαν διαφορετικά αρχίσει να καπνίζουν συμβατικά τσιγάρα; Σύμφωνα με τον δρ. Niaura, μπορούμε μόνο να υποθέσουμε πως ένα μέρος τους ενδέχεται να είχε ακολουθήσει αυτή την πορεία. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, πάντως, ο ίδιος εκτιμά ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως δημιουργείται μια νέα γενιά χρηστών νικοτίνης. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν καταργεί την ανάγκη πρόληψης· αντίθετα, όπως υπογραμμίζει, οι αυστηροί περιορισμοί πρόσβασης των ανηλίκων σ’ αυτά τα προϊόντα θα πρέπει να συνεχιστούν.

Υπάρχει, όμως, ένας ακόμη παράγοντας που χρήζει προσοχής: Οικονομικοί περιορισμοί και μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση εξηγούν, εν μέρει, την απομάκρυνση των ανηλίκων από το τσιγάρο. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργούν επιβαρυντικά για την ψυχική υγεία – επομένως, θα μπορούσαν μελλοντικά να επιφέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα; Ο καθηγητής Niaura αναγνωρίζει ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθώς τα προβλήματα ψυχικής υγείας έχουν, στο παρελθόν, συνδεθεί με αυξημένη πιθανότητα καπνίσματος. Ωστόσο, εκτιμά ότι οι σημερινές τάσεις δεν δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. «Δεδομένης της συνολικής πτωτικής τάσης στη χρήση προϊόντων καπνού, ιδιαίτερα των τσιγάρων, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια επιστροφή, ειδικά στο συμβατικό κάπνισμα», επισημαίνει.

Photo: Shutterstock

Προστασία των ανηλίκων, επιλογές για τους ενήλικες καπνιστές

Αυτό είναι ίσως το πιο απαιτητικό σημείο της πολιτικής για τη μείωση της βλάβης: Πώς μπορεί ένα προϊόν να παραμένει μακριά από έναν μη καπνιστή και ιδιαίτερα ανήλικο, αλλά να είναι διαθέσιμο σ’ έναν ενήλικο καπνιστή, ώστε να απομακρυνθεί από το συμβατικό τσιγάρο;

Ο καθηγητής Niaura προτείνει ενίσχυση των μέτρων περιορισμού της πρόσβασης των ανηλίκων, με μεγαλύτερη έμφαση στην επαλήθευση ηλικίας και σε σχετικές τεχνολογικές λύσεις. Παράλληλα, θεωρεί σημαντικό οι σημερινοί καπνιστές να έχουν εύκολη και οικονομικά προσιτή πρόσβαση, τόσο σε επιλογές χαμηλότερου κινδύνου, όσο και στις διαθέσιμες, τεκμηριωμένες μεθόδους διακοπής του καπνίσματος.

Η μία επιδίωξη, επομένως, δεν χρειάζεται να «ακυρώνει» την άλλη: Πρόληψη της έναρξης στους μη καπνιστές και τους ανηλίκους, αλλά και μείωση της βλάβης για εκείνους που ήδη καπνίζουν.

Από τον φόβο στην ενημέρωση

Για να λειτουργήσει όμως αυτή η προσέγγιση, απαιτείται και κάτι ακόμη: Σωστή ενημέρωση.

Ο καθηγητής Niaura υποστηρίζει ότι οι στρατηγικές επικοινωνίας που περιορίζονται στην προσπάθεια να φοβίσουν τους χρήστες δεν είναι αποτελεσματικές. Οι αρμόδιοι φορείς, όπως λέει, θα πρέπει να είναι ειλικρινείς για «όσα γνωρίζουμε και όσα παραμένουν άγνωστα» σχετικά με τους κινδύνους των διαφορετικών προϊόντων.

Παράλληλα, θεωρεί ότι πρέπει να αναγνωρίζεται η ύπαρξη ενός «continuum of risk», μιας διαβάθμισης δηλαδή του κινδύνου ανάλογα με το προϊόν.

Για τον καπνιστή, η καλύτερη επιλογή είναι να διακόψει. Για εκείνον που, διαφορετικά, θα συνεχίσει το συμβατικό κάπνισμα, η συζήτηση για τη μείωση της βλάβης αφορά στην πλήρη αντικατάσταση του τσιγάρου από μια επιλογή χαμηλότερου κινδύνου και όχι την παράλληλη χρήση. Αυτό ίσως είναι και το σημείο στο οποίο συναντώνται η επιστήμη της μείωσης της βλάβης και η δημόσια υγεία: Όχι στην υπόσχεση ενός προϊόντος «χωρίς κίνδυνο», αλλά στην προσπάθεια να μειωθεί ο κίνδυνος για τους ανθρώπους που σήμερα εξακολουθούν να καπνίζουν.

Γιατί ανάμεσα στο να συνεχίσει κάποιος το συμβατικό τσιγάρο και στο ιδανικό σενάριο της πλήρους διακοπής υπάρχει μια πραγματικότητα που αφορά σε εκατομμύρια καπνιστές. Και γι’ αυτούς, η ακριβής ενημέρωση για τις διαθέσιμες επιλογές και τις πραγματικές διαφορές κινδύνου μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας πιο ρεαλιστικής στρατηγικής δημόσιας υγείας.

Διαβάστε επίσης

Η Σουηδία δείχνει τον δρόμο για μια κοινωνία χωρίς τσιγάρο – Το debate για τα smoke-free προϊόντα, τη νικοτίνη και τη δημόσια υγεία

Εναλλακτικά καπνικά προϊόντα και νομοθεσία μπορούν να κάνουν τη διαφορά στην υγεία των καπνιστών

Εναλλακτικά καπνικά προϊόντα: Μια χρήσιμη προσέγγιση για τον έλεγχο του καπνίσματος