Εξάψεις που εμφανίζονται ξαφνικά, νυχτερινές εφιδρώσεις που διακόπτουν τον ύπνο, ανεξήγητη κόπωση και αλλαγές στη διάθεση. Για πολλές γυναίκες, η εμμηνόπαυση συνοδεύεται από συμπτώματα που επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητα, την ξεκούραση και την ποιότητα ζωής τους.

Για χρόνια, αρκετές γυναίκες αντιμετώπιζαν αυτές τις αλλαγές σιωπηλά, θεωρώντας ότι αποτελούν ένα αναπόφευκτο στάδιο, που απλώς πρέπει να υπομείνουν. Ωστόσο, οι επιστήμονες στέλνουν πλέον ένα διαφορετικό μήνυμα: Τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται.

Το Αμερικανικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων (ACOG) επικαιροποίησε, για πρώτη φορά έπειτα από 12 χρόνια, τις οδηγίες του για τη διαχείριση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, παρουσιάζοντας τις διαθέσιμες ορμονικές και μη ορμονικές θεραπείες. Οι νέες συστάσεις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ορμονοθεραπεία, η οποία θεωρείται η αποτελεσματικότερη επιλογή για πολλές γυναίκες με έντονες εξάψεις και νυχτερινές εφιδρώσεις, χωρίς όμως να είναι κατάλληλη για όλες.

Πόσο συχνά είναι τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης;

Η εμμηνόπαυση επιβεβαιώνεται όταν μια γυναίκα συμπληρώσει 12 συνεχόμενους μήνες χωρίς έμμηνο ρύση. Συνήθως εμφανίζεται γύρω στην ηλικία των 50 ετών. Η περίοδος που προηγείται ονομάζεται περιεμμηνόπαυση και χαρακτηρίζεται από ορμονικές μεταβολές, καθώς η παραγωγή οιστρογόνων και προγεστερόνης μειώνεται.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ACOG, περισσότερες από τις μισές γυναίκες στην εμμηνόπαυση εμφανίζουν αγγειοκινητικά συμπτώματα, όπως εξάψεις και νυχτερινές εφιδρώσεις. Παράλληλα, έως και τα 2/3 αναφέρουν διαταραχές ύπνου, ενώ περισσότερο από το 1/3 αναφέρει καταθλιπτικά συμπτώματα. Οι αλλαγές αυτές δεν έχουν την ίδια ένταση για όλες. Για ορισμένες γυναίκες είναι ήπιες και διαχειρίσιμες, ενώ για άλλες επηρεάζουν την εργασία, την κοινωνική ζωή και τη σωματική και ψυχική τους ευεξία.

Όπως εξηγεί η δρ. JoAnn Manson, καθηγήτρια Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, οι νέες οδηγίες μπορούν να ενθαρρύνουν περισσότερες γυναίκες να συζητούν ανοιχτά με τον γιατρό τους τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν.

Ορμονοθεραπεία: Γιατί επανέρχεται στο προσκήνιο

Ένα από τα βασικά σημεία των νέων οδηγιών είναι η θέση της συστηματικής ορμονοθεραπείας ως θεραπείας πρώτης γραμμής για πολλές γυναίκες με μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα. Η θεραπεία μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις εξάψεις και τις νυχτερινές εφιδρώσεις, βελτιώνοντας παράλληλα τον ύπνο. «Παραμένει η αποτελεσματικότερη θεραπεία για τις εξάψεις», τονίζει η δρ. Stephanie Faubion, ιατρική διευθύντρια του The Menopause Society.

Παρά την αποτελεσματικότητά της, η χρήση της είχε περιοριστεί σημαντικά τις προηγούμενες δεκαετίες. Το 2002, μια μεγάλη μελέτη σε γυναίκες που λάμβαναν συνδυασμό οιστρογόνων και προγεσταγόνου σε μορφή χαπιού διακόπηκε πρόωρα, καθώς καταγράφηκαν αυξημένοι κίνδυνοι για καρκίνο μαστού, θρομβώσεις και άλλες σοβαρές επιπλοκές. Τα ευρήματα προκάλεσαν έντονη ανησυχία, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να αποφεύγουν την ορμονοθεραπεία.

Μεταγενέστερες έρευνες, ωστόσο, κατέληξαν σε μια διαφορετική εικόνα ρίσκου – οφέλους, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το χρονικό διάστημα από την εμμηνόπαυση, το ιατρικό ιστορικό και το είδος της θεραπείας. Για πολλές γυναίκες, τα οφέλη μπορεί να υπερτερούν των κινδύνων.

Τι αλλάζει στις προειδοποιήσεις ασφαλείας

Πολλά σκευάσματα ορμονοθεραπείας έφεραν εμφανείς προειδοποιήσεις ασφαλείας. Η αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ανακοίνωσε την αφαίρεσή τους, εξέλιξη που οδήγησε σε αύξηση της ζήτησης. Η αλλαγή στην επισήμανση δε σημαίνει ότι η ορμονοθεραπεία στερείται κινδύνων. Η καταλληλότητά της εξακολουθεί να αξιολογείται εξατομικευμένα και οι γυναίκες χρειάζεται να ενημερώνονται για τις πιθανές παρενέργειες και αντενδείξεις.

Χάπια, επιθέματα και κρέμες: Ποιες είναι οι επιλογές;

Δεν έχουν όλες οι ορμονοθεραπείες την ίδια μορφή, ούτε τον ίδιο τρόπο δράσης. Η συστηματική ορμονοθεραπεία χορηγεί ορμόνες που εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος και δρουν σε ολόκληρο τον οργανισμό. Διατίθεται σε διάφορες μορφές και χρησιμοποιείται κυρίως για συμπτώματα όπως οι εξάψεις και οι νυχτερινές εφιδρώσεις. Αντίθετα, η τοπική κολπική θεραπεία με χαμηλή δόση οιστρογόνων δρα κυρίως στην περιοχή εφαρμογής της, με πολύ μικρότερη απορρόφηση στην κυκλοφορία του αίματος. Χορηγείται όταν το κυρίαρχο πρόβλημα είναι η κολπική ξηρότητα και η σχετική δυσφορία.

Η επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος εξαρτάται από τα συμπτώματα και τις ανάγκες κάθε γυναίκας. Το ACOG συστήνει η απόφαση να λαμβάνεται από κοινού με τον θεράποντα γιατρό. Η συστηματική ορμονοθεραπεία συστήνεται να ξεκινά πριν την ηλικία των 60 ετών ή μέσα στα πρώτα 10 χρόνια από την εμμηνόπαυση.

Τι γίνεται όταν η ορμονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη;

Ορισμένες γυναίκες δεν επιθυμούν να λάβουν ορμόνες, ενώ για άλλες η θεραπεία μπορεί να μην ενδείκνυται λόγω ιατρικού ιστορικού ή προβλημάτων υγείας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχουν μη ορμονικές φαρμακευτικές θεραπείες που μπορούν να βοηθήσουν. Μία απ’ αυτές είναι η φεζολινετάντη, που δρα σε μηχανισμούς του εγκεφάλου που συμμετέχουν στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος. Αντίστοιχο μηχανισμό δράσης διαθέτει και η ελινζανετάντη. Οι γιατροί επισημαίνουν ότι ορισμένα αντικαταθλιπτικά φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των εξάψεων, ενώ αποδεικνύονται ιδιαίτερα χρήσιμα όταν συνυπάρχουν και συμπτώματα κατάθλιψης. Η επιλογή φαρμάκου απαιτεί ιατρική αξιολόγηση.

Και μη φαρμακευτικές προσεγγίσεις στη «φαρέτρα»

Οι νέες οδηγίες αναγνωρίζουν, επίσης, ότι η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων δεν περιορίζεται στα φάρμακα. Ορισμένες μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις είναι:

  • Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, που βοηθά στη διαχείριση της δυσφορίας και των προβλημάτων ύπνου.
  • Οι πρακτικές ενσυνειδητότητας, που βοηθούν στη διαχείριση του στρες και τη συναισθηματική ισορροπία.
  • Η σωματική άσκηση, που υποστηρίζει τη γενικότερη σωματική και ψυχική ευεξία.
  • Η κλινική ύπνωση και ο βελονισμός, που εξετάζονται ως συμπληρωματικές επιλογές.

Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν μόνες τους ή σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή, ανάλογα με τα συμπτώματα και τις προτιμήσεις κάθε γυναίκας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους δεν είναι ίδια για όλα τα συμπτώματα και δεν πρέπει να θεωρούνται ισοδύναμες με την ορμονοθεραπεία.

Το σημαντικότερο: Δεν χρειάζεται να υπομένετε τα συμπτώματα

Πέρα από τις θεραπευτικές επιλογές, οι ειδικοί επιδιώκουν να αλλάξουν και τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες αντιμετωπίζουν την εμμηνόπαυση. Η δρ. Camille Clare, πρόεδρος του ACOG, ενθαρρύνει τις γυναίκες να απευθύνονται στον γυναικολόγο τους, να θέτουν ερωτήματα και να διεκδικούν την κατάλληλη φροντίδα.

«Οι γυναίκες έχουν επιλογές», τονίζει η δρ. Faubion. Η εμμηνόπαυση είναι μια φυσιολογική μετάβαση, αλλά η έντονη δυσφορία δεν είναι κάτι που πρέπει απλώς να αποδεχθεί. Με σωστή ενημέρωση, συζήτηση με τον γιατρό και εξατομικευμένη αντιμετώπιση, πολλές γυναίκες μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής τους.

Διαβάστε επίσης

Εμμηνόπαυση: Γιατί έχουν πιο συχνά ημικρανίες οι γυναίκες που παίρνουν ορμονοθεραπεία

Μία στις δυο γυναίκες στην εμμηνόπαυση ταλαιπωρείται με χρόνιους πόνους

Εμμηνόπαυση: Από τις εξάψεις έως την αύξηση βάρους – Τι συστήνουν δύο καθηγήτριες του ΕΚΠΑ