Μια εξέταση αίματος πριν από την άφιξη στο νοσοκομείο μπορεί να βοηθήσει τα πληρώματα ασθενοφόρων να αποφασίζουν ποιοι ασθενείς με πόνο στο στήθος χρειάζονται μεταφορά στα επείγοντα.

Σε ολλανδική μελέτη, η χρήση τροπονίνης υψηλής ευαισθησίας, μαζί με ένα σύστημα εκτίμησης του καρδιακού κινδύνου, αύξησε σημαντικά τον αριθμό όσων παρέμειναν στο σπίτι ή παραπέμφθηκαν στον γενικό ιατρό τους.

Συγκεκριμένα, το ποσοστό όσων δεν μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο αυξήθηκε από 3,5% σε 34,2%. Η απόφαση λαμβανόταν από το πλήρωμα μετά από εξέταση και εφόσον πληρούνταν συγκεκριμένα κριτήρια χαμηλού κινδύνου.

Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Επείγουσας Ιατρικής στο Παρίσι, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στο EurekAlert!.

Μια εξέταση που συμπληρώνει την κλινική εικόνα

Η τροπονίνη είναι πρωτεΐνη του καρδιακού μυός. Τα επίπεδά της στο αίμα μπορεί να ανέβουν, όταν υπάρχει βλάβη στο μυοκάρδιο. Γι’ αυτό και η μέτρησή της χρησιμοποιείται στη διερεύνηση πιθανού εμφράγματος. Συνήθως, αναλύεται στο εργαστήριο του νοσοκομείου. Οι φορητές εξετάσεις υψηλής ευαισθησίας επιτρέπουν τη μέτρησή της κοντά στον ασθενή, συχνά σε λιγότερο από 20 λεπτά.

Οι ερευνητές συνδύασαν την εξέταση με το HEART score, το οποίο συνεκτιμά τα συμπτώματα και το ιστορικό, το ηλεκτροκαρδιογράφημα, την ηλικία, τους παράγοντες κινδύνου και την τιμή της τροπονίνης. Έτσι, το αποτέλεσμα της αιματολογικής εξέτασης αποτελούσε ένα μέρος της συνολικής αξιολόγησης.

Ποιοι μπορούσαν να παραμείνουν στο σπίτι

Η υπηρεσία ασθενοφόρων Rotterdam-Rijnmond μελέτησε 1.022 ασθενείς την περίοδο 2022-2025: οι 539 αξιολογήθηκαν με τη συνήθη διαδικασία και οι επόμενοι 483 με το νέο πρωτόκολλο.

Όπως εξήγησε η Δρ. Barbra Backus, η παραμονή στο σπίτι ή η παραπομπή στον γενικό ιατρό προϋπέθετε «χαμηλή βαθμολογία HEART, τροπονίνη κάτω από το όριο του πρωτοκόλλου και καμία υποψία άλλης σοβαρής πάθησης, όπως πνευμονική εμβολή». Οι ασθενείς λάμβαναν σαφείς οδηγίες να καλέσουν ξανά τις υπηρεσίες επείγουσας βοήθειας εάν τα συμπτώματα δεν υποχωρούσαν, επιδεινώνονταν ή επανεμφανίζονταν. Όσοι δεν πληρούσαν τα κριτήρια μεταφέρονταν στο νοσοκομείο.

Τι έδειξε η παρακολούθηση

Με τη συνήθη διαδικασία, 19 ασθενείς παρέμειναν εκτός νοσοκομείου. Με το νέο πρωτόκολλο, ο αριθμός έφτασε τους 165.

Η ασφάλεια της επιλογής αποτέλεσε κομβικό σημείο της έρευνας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ένας από τους 165 ασθενείς – ποσοστό 0,6% – εμφάνισε μείζον ανεπιθύμητο καρδιαγγειακό συμβάν μέσα σε 30 ημέρες. Στη μικρότερη ομάδα των 19 ασθενών της πρώτης φάσης δεν καταγράφηκε κανένα.

Κατά την παρουσίαση, τα δεδομένα παρακολούθησης κάλυπταν το 86% του συνολικού δείγματος. Επιπλέον, η έρευνα συνέκρινε δύο διαδοχικές περιόδους, χωρίς τυχαία κατανομή των ασθενών, και στη δεύτερη ομάδα συμμετείχαν περισσότεροι άνθρωποι χαμηλού κινδύνου. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η στατιστική προσαρμογή γι’ αυτή τη διαφορά δεν άλλαξε ουσιαστικά τα αποτελέσματα.

Η προοπτική για τα επείγοντα

Η Δρ. Maša Sorić, επικεφαλής των επειγόντων στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Merkur του Ζάγκρεμπ, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, εκτιμά ότι «η μέθοδος θα μπορούσε να περιορίσει τις περιττές μεταφορές και να βελτιώσει την προνοσοκομειακή φροντίδα». Για την επέκτασή της σε άλλες υπηρεσίες υγείας, επισημαίνει ότι χρειάζεται περαιτέρω επιβεβαίωση.

Το ζητούμενο είναι η ακριβέστερη απόφαση για τη μεταφορά, αφού ο ασθενής εξεταστεί από επαγγελματίες υγείας. Ο οξύς πόνος στο στήθος εξακολουθεί να απαιτεί άμεση αξιολόγηση: τα παραπάνω ευρήματα δεν αποτελούν λόγο αναβολής της κλήσης για επείγουσα βοήθεια.

Διαβάστε επίσης

Έμφραγμα: Ο απλός τρόπος που βοηθά στη γρήγορη διάγνωσή του

Τα Επείγοντα χρειάζονται μαζικές προσλήψεις νοσηλευτών – Ποιες άλλες ελλείψεις έχουν

Η Επείγουσα Φροντίδα καταρρέει – 10 λόγοι που επιβάλλουν ανασχεδιασμό στα ΤΕΠ