Ένα μονοπάτι που καθαρίστηκε, μία καλύτερη σήμανση, ένας δασικός χώρος που έγινε πιο ασφαλής και φιλόξενος. Παρεμβάσεις που μοιάζουν μικρές μπορούν, τελικά, να έχουν πολύ μεγαλύτερη επίδραση από αυτή που φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Νέα έρευνα από τα Πανεπιστήμια του Εδιμβούργου και της Γλασκώβης συνδέει τη βελτίωση των αστικών δασικών εκτάσεων με χαμηλότερη λήψη φαρμάκων για την κατάθλιψη και το άγχος, ιδιαίτερα σε κοινωνικά και οικονομικά πιο ευάλωτες περιοχές.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο The Lancet Planetary Health, παρακολούθησε 129.335 ενήλικες για πέντε χρόνια, συνδυάζοντας δεδομένα απογραφής, τόπου κατοικίας και συνταγογράφησης από το δημόσιο σύστημα υγείας της Σκωτίας. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες αναλύσεις που έχουν εξετάσει με τόσο συστηματικό τρόπο εάν η αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος μπορεί να αποτυπωθεί ακόμη και στη χρήση υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Ένα δάσος σε απόσταση 10 λεπτών
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε ανθρώπους που ζούσαν σε απόσταση έως 800 μέτρων, περίπου 10 λεπτά με τα πόδια, από αναβαθμισμένες δασικές εκτάσεις. Οι χώροι αυτοί είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα Woods In and Around Towns (WIAT) της Scottish Forestry, το οποίο χρηματοδότησε παρεμβάσεις όπως νέα μονοπάτια, καλύτερη σήμανση, βελτιώσεις στη διαχείριση των εκτάσεων και δράσεις για τις τοπικές κοινότητες. Το ενδιαφέρον είναι ότι το πρόγραμμα στόχευσε κυρίως σε υποβαθμισμένες περιοχές, όπου οι κάτοικοι είχαν συχνά λιγότερες ευκαιρίες πρόσβασης σε ποιοτικό πράσινο.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ουσιαστικά ευρήματα. Όταν οι ερευνητές συνέκριναν τα ίδια άτομα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, διαπίστωσαν ότι κατά τα διαστήματα που ζούσαν κοντά σε έναν αναβαθμισμένο δασικό χώρο είχαν περίπου 10% μικρότερη πιθανότητα να λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά και 6% μικρότερη πιθανότητα να λαμβάνουν αγχολυτικά, σε σύγκριση με τις περιόδους που ζούσαν μακρύτερα.
Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια έχει σημασία, γιατί επιτρέπει στους επιστήμονες να περιορίσουν σε έναν βαθμό την πιθανότητα τα αποτελέσματα να εξηγούνται απλώς από το γεγονός ότι πιο υγιείς ή πιο εύποροι άνθρωποι επιλέγουν να ζουν σε πιο πράσινες περιοχές.
Δεν αρκεί να υπάρχει πράσινο
Το εύρημα φωτίζει και μια άλλη, συχνά παραγνωρισμένη πλευρά της σχέσης φύσης και υγείας. Δεν αρκεί μια πόλη να διαθέτει δέντρα ή ένα δασικό κομμάτι στον χάρτη. Ο χώρος πρέπει να είναι προσβάσιμος, ασφαλής και ελκυστικός ώστε οι κάτοικοι να θέλουν πραγματικά να τον χρησιμοποιήσουν.
Οι παρεμβάσεις του προγράμματος ήταν σχετικά απλές: Μονοπάτια, σήμανση, καλύτερη συντήρηση και κοινοτικές δραστηριότητες. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές θεωρούν ότι ακόμη και τέτοιου είδους στοχευμένες βελτιώσεις μπορεί να διευκολύνουν την επαφή των ανθρώπων με τη φύση και να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για την ψυχική υγεία.
Όπως επισημαίνει η καθηγήτρια Catharine Ward Thompson, από το ερευνητικό κέντρο OPENspace του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, τα αποτελέσματα προσφέρουν ισχυρότερες ενδείξεις από προηγούμενες μελέτες ότι η βελτίωση των τοπικών δασικών χώρων μπορεί να ωφελεί την ψυχική υγεία και ταυτόχρονα να συμβάλλει στον περιορισμό των ανισοτήτων υγείας.
Γιατί η φύση μπορεί να βοηθά
Η συγκεκριμένη μελέτη δεν σχεδιάστηκε για να αποδείξει με ποιον ακριβώς μηχανισμό το πράσινο μπορεί να επηρεάζει την ψυχική υγεία. Ωστόσο, η πρόσβαση σε φυσικούς χώρους μπορεί να διευκολύνει περισσότερη φυσική δραστηριότητα, κοινωνική επαφή, χρόνο μακριά από τον θόρυβο και την ένταση της πόλης και μεγαλύτερες ευκαιρίες για χαλάρωση.
Το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι ότι οι επιστήμονες δεν μέτρησαν απλώς πόσο καλά ένιωθαν οι συμμετέχοντες. Χρησιμοποίησαν πραγματικά στοιχεία συνταγογράφησης για αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά, τα οποία παρακολούθησαν διαχρονικά.
Ο Scott Ogletree, από το OPENspace Research Centre, τονίζει ότι για πρώτη φορά κατέστη δυνατό να συνδεθούν δεδομένα υπηρεσιών ψυχικής υγείας με ένα μακροχρόνιο εθνικό πρόγραμμα αστικής δασικής πολιτικής, προσφέροντας στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στον σχεδιασμό μελλοντικών παρεμβάσεων.
Το πράσινο ως μέρος της δημόσιας υγείας
Η διάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Οι άνθρωποι που ζουν σε φτωχότερες κοινότητες αντιμετωπίζουν συχνά μεγαλύτερο φορτίο προβλημάτων ψυχικής υγείας, ενώ την ίδια στιγμή έχουν μικρότερη πρόσβαση σε καλά συντηρημένα πάρκα, δάση και άλλους ποιοτικούς χώρους πρασίνου.
Γι’ αυτό και οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις που βασίζονται στη φύση θα μπορούσαν να ενταχθούν πιο ενεργά στις στρατηγικές δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα μέσα στις πόλεις.
Τα αποτελέσματα, βέβαια, δεν σημαίνουν ότι μια βόλτα στο δάσος αντικαθιστά τη θεραπεία για την κατάθλιψη ή το άγχος, ούτε ότι κάποιος πρέπει να διακόψει φαρμακευτική αγωγή επειδή ζει κοντά σε πράσινο.
Δείχνουν όμως κάτι πολύ ενδιαφέρον: Ότι η ψυχική υγεία δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα στο ιατρείο ή από ατομικούς παράγοντες. Μπορεί να επηρεάζεται και από το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούμαστε κάθε μέρα.
Και ίσως τελικά ένα καλύτερα συντηρημένο μονοπάτι, λίγα περισσότερα δέντρα και ένας φυσικός χώρος που βρίσκεται πραγματικά δίπλα στο σπίτι να αποτελούν κάτι περισσότερο από μια αισθητική αναβάθμιση της πόλης: μια μικρή επένδυση με πιθανό όφελος και για την ψυχική υγεία των κατοίκων της.
Διαβάστε επίσης
Το φυσικό ηρεμιστικό που κρύβεται σε μια βόλτα στη φύση – Η εξήγηση της νευροεπιστήμης
Το περπάτημα που έγινε θεραπεία – Τι είναι το hiking therapy και τι προσφέρει
Ένας γιατρός δίνει 5 απλές συμβουλές που χαρίζουν υγεία μετά τα 50