Ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών που τελειώνουν το δημοτικό δηλώνει ότι χρειάστηκε ψυχολογική υποστήριξη, σύμφωνα με μια εκτενή μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε μαθητές στην Καλιφόρνια. Τα ευρήματα υποδηλώνουν, ειδικότερα, ότι παιδιά ηλικίας 10 ή 11 ετών δείχνουν ικανά να αναγνωρίζουν τις συναισθηματικές τους ανάγκες.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Mental Health, ανέλυσε τις απαντήσεις 19.132 μαθητών που συμμετείχαν στην Έρευνα «California Healthy Kids» για την περίοδο 2024–2025. Συνολικά, το 39% των παιδιών έδωσε απαντήσεις που υποδείκνυαν ότι είχαν ανάγκη για ψυχολογική φροντίδα.
Το εύρημα είναι αξιοσημείωτο, καθώς οι αποφάσεις σχετικά με την ψυχική υγεία των παιδιών λαμβάνονται παραδοσιακά από ενήλικες – γονείς, εκπαιδευτικούς, κλινικούς ιατρούς ή σχολικούς συμβούλους. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα θέτουν ένα σημαντικό ερώτημα: Μήπως το να ρωτάμε απλώς τα παιδιά αν αισθάνονται ότι χρειάζονται βοήθεια θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αποτελεσματικό τρόπο για τον εντοπισμό ψυχικών δυσκολιών;
Τα παιδιά μπορούν να αναγνωρίσουν πότε χρειάζονται βοήθεια
Τα σχολεία βασίζονται γενικά σε παρατηρήσεις συμπεριφοράς, ανησυχίες των γονέων και τυποποιημένα εργαλεία διαλογής για να εντοπίσουν τα παιδιά που αντιμετωπίζουν συναισθηματικές δυσκολίες. Τα νέα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ίδια η αντίληψη των παιδιών θα μπορούσε να αποτελέσει μια επιπλέον πηγή πολύτιμων πληροφοριών.
Οι ερευνητές τονίζουν, ωστόσο, ότι η απάντηση ενός παιδιού δεν πρέπει να θεωρείται διάγνωση. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να διαπιστωθεί αν μια σύντομη, άμεση ερώτηση σχετικά με την ανάγκη για ψυχολογική υποστήριξη θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αξιόπιστο εργαλείο έγκαιρου ελέγχου. Παρ’ όλα αυτά, η κλίμακα των ευρημάτων υποδηλώνει ότι οι απόψεις των παιδιών ίσως αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή.
Η θλίψη, το άγχος και η μοναξιά συνδέονταν στενά με την αντιληπτή ανάγκη
Ένα από τα πιο σαφή ευρήματα αφορούσε στα αρνητικά συναισθήματα. Τα παιδιά που ανέφεραν ότι αισθάνονταν συχνά θλίψη, άγχος ή μοναξιά ήταν σημαντικά πιο πιθανό να δηλώσουν ότι χρειάζονταν ψυχολογική υποστήριξη. Ειδικότερα, το 47% των παιδιών που βίωνε υψηλά επίπεδα αρνητικών συναισθημάτων χρειάστηκε ψυχολογική υποστήριξη, έναντι του 20% των μαθητών που ανέφερε σχετικά χαμηλά επίπεδα αυτών των συναισθημάτων. Τα κορίτσια ήταν πιο πιθανό από τα αγόρια να αναφέρουν ότι χρειάζονταν φροντίδα. Η συσχέτιση αυτή ήταν η ισχυρότερη που παρατηρήθηκε στη μελέτη, υποδηλώνοντας ότι η επίμονη συναισθηματική δυσφορία συνδέεται στενά με την αντίληψη των ίδιων των παιδιών ότι χρειάζονται υποστήριξη.
Καθοριστικός ο ρόλος του εκφοβισμού
Οι εμπειρίες εκφοβισμού συσχετίζονταν στενά με τις αντιλήψεις των παιδιών σχετικά με την ανάγκη τους για ψυχολογική υποστήριξη. Οι μαθητές που εκτέθηκαν σε περιστατικά bullying ήταν πιο πιθανό να ζητήσουν βοήθεια. Ωστόσο, η σχέση αυτή αποδείχθηκε σύνθετη – οι μαθητές που υπέστησαν τα πιο σοβαρά επεισόδια εκφοβισμού δεν ήταν απαραίτητα πιο πιθανό να αναφέρουν ότι χρειάζονται βοήθεια. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η πορεία μεταξύ θυματοποίησης, συναισθηματικής δυσφορίας και αναζήτησης βοήθειας μπορεί να είναι αρκετά περίπλοκη.
Ποιος ο ρόλος των γονέων;
Οι ερευνητές εξέτασαν, επιπλέον, τη συμμετοχή των γονέων στη σχολική ζωή των παιδιών. Η συσχέτιση ήταν σχετικά αδύναμη, αλλά προέκυψε ένα ασυνήθιστο μοτίβο: Τα παιδιά που ανέφεραν πολύ χαμηλή ή πολύ υψηλή γονική συμμετοχή ήταν ελαφρώς πιο πιθανό να δηλώσουν ότι χρειάζονταν ψυχολογική φροντίδα. Οι ερευνητές δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν γιατί συμβαίνει αυτό.
Θα μπορούσε μια απλή ερώτηση να βοηθήσει τα σχολεία να εντοπίσουν τα ευάλωτα παιδιά;
Ίσως το πιο σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας είναι η σημασία της αυτοαξιολόγησης των παιδιών ως εργαλείου έγκαιρης αναγνώρισης ψυχικών δυσκολιών. Όλο και περισσότερα στοιχεία υποδηλώνουν ότι τα ίδια τα παιδιά μπορούν να παρέχουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη συναισθηματική τους κατάσταση και την ανάγκη τους για υποστήριξη.
Οι συγγραφείς προτείνουν οι μελλοντικές έρευνες να εξετάσουν εάν η υποβολή μιας απλής ερώτησης –«Νιώθεις ότι χρειάζεσαι βοήθεια από σύμβουλο ή θεραπευτή;»– θα μπορούσε να βοηθήσει τα σχολεία να εντοπίσουν τα παιδιά που ενδέχεται να χρειάζονται βοήθεια. Μια τέτοια προσέγγιση δεν αντικαθιστά τον επαγγελματικό έλεγχο ή την αξιολόγηση, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει ένα γρήγορο και προσιτό πρώτο βήμα.
Μια μεγάλη μελέτη, με σημαντικούς περιορισμούς
Το μέγεθος της έρευνας προσδίδει βαρύτητα στα ευρήματά της. Η ανάλυση περιελάμβανε 19.132 μαθητές από 459 σχολεία σε 67 σχολικές περιφέρειες της Καλιφόρνια, γεγονός που την καθιστά σημαντικά μεγάλη. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι συμμετέχοντες δεν ήταν απαραίτητα αντιπροσωπευτικοί του συνόλου των μαθητών. Επιπλέον, οι πληροφορίες συλλέχθηκαν σε ένα μόνο χρονικό σημείο.
Παρά τους περιορισμούς, ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ένα καίριο ζήτημα: Ένας σημαντικός αριθμός παιδιών χρειάζεται ψυχολογική υποστήριξη.
Η πρόκληση, επομένως, δεν έγκειται μόνο στον εντοπισμό της συναισθηματικής δυσφορίας, αλλά και στη δημιουργία πλαισίου όπου τα παιδιά ερωτούνται πώς αισθάνονται, καθώς και στη διασφάλιση ότι οι ενήλικες είναι έτοιμοι να τα ακούσουν.
Διαβάστε επίσης
Σχολικός εκφοβισμός: Η ασφυκτική πίεση που δέχονται οι εκπαιδευτικοί μέσα στις τάξεις
Ο σχολικός εκφοβισμός δεν αφορά μόνο μαθητές – Η σιωπηρή μάχη των εκπαιδευτικών