*Γράφει ο κ. Γεώργιος Ζακυνθινός, καθηγητής Τεχνολογίας, Ασφάλειας και Ανάπτυξης Λειτουργικών Τροφίμων και Υγειοπροστατευτικών Προϊόντων στη Δημόσια Υγεία, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

H πανδημία της COVID-19 αποτέλεσε τη μεγαλύτερη υγειονομική δοκιμασία των τελευταίων δεκαετιών. Τα συστήματα υγείας δοκιμάστηκαν, οι κοινωνίες πιέστηκαν, η επιστήμη κινητοποιήθηκε με ταχύτητα πρωτόγνωρη. Η στρατηγική που ακολουθήθηκε – περιοριστικά μέτρα, εμβολιασμοί, φαρμακευτικές παρεμβάσεις, ενίσχυση των νοσοκομείων – ήταν αναγκαία και συχνά σωτήρια.

Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη μαζική κινητοποίηση, ένα κρίσιμο πεδίο παρέμεινε στο περιθώριο: H διατροφή.

Δεν εντάχθηκε συστηματικά στα θεραπευτικά πρωτόκολλα των νοσηλευόμενων ως οργανωμένη μεταβολική υποστήριξη. Δεν οργανώθηκε ως δομημένη στρατηγική αποκατάστασης για τους ασθενείς με Long COVID. Δεν αξιοποιήθηκε ως στοχευμένο εργαλείο πρόληψης για τους ευάλωτους πληθυσμούς. Παρέμεινε, σε μεγάλο βαθμό, ατομική υπόθεση.

Κι όμως, η ίδια η πανδημία κατέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο ότι η μεταβολική κατάσταση του πληθυσμού αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ανθεκτικότητας.

Η πανδημία ως «τεστ μεταβολικής αντοχής»

Από τις πρώτες κιόλας επιδημιολογικές αναλύσεις έγινε εμφανές ότι η σοβαρότητα της νόσου δεν κατανεμόταν τυχαία. Οι όροι «υποκείμενα νοσήματα» και «συννοσηρότητες» εισήλθαν στον δημόσιο λόγο. Παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, υπέρταση, καρδιαγγειακή νόσος, χρόνια αναπνευστικά νοσήματα — όλα αναφέρονταν ως παράγοντες αυξημένου κινδύνου.

Αυτό που συχνά παραλείπεται είναι ότι τα περισσότερα από αυτά τα «υποκείμενα νοσήματα» έχουν κοινό παθοφυσιολογικό υπόβαθρο: Xρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή, ινσουλινο-αντίσταση, ενδοθηλιακή δυσλειτουργία και μεταβολική απορρύθμιση.

Με άλλα λόγια, η αυξημένη ευαλωτότητα δεν ήταν τυχαία. Ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιας μεταβολικής επιβάρυνσης.

Όταν μιλάμε για υποκείμενα νοσήματα που «ενισχύουν την ευαλωτότητα», στην πραγματικότητα περιγράφουμε έναν οργανισμό με διαταραγμένη ομοιόσταση.

Έναν οργανισμό στον οποίο τα φλεγμονώδη μονοπάτια είναι ήδη ενεργοποιημένα. Σε τέτοιες συνθήκες, μια οξεία ιογενής λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε δυσανάλογη ανοσολογική αντίδραση. Η COVID-19 δεν δημιούργησε αυτή την ευαλωτότητα. Την ανέδειξε.

Υποκείμενα νοσήματα και διατροφική αγωγή

Εάν δεχθούμε ότι τα υποκείμενα νοσήματα αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης, τότε οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και το εξής: σε συνθήκες μεταβολικής επιβάρυνσης, η διατροφική αγωγή δεν είναι επιλογή – είναι αναγκαιότητα.

Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2, η ρύθμιση της γλυκαιμίας μέσω διατροφής χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη μπορεί να μειώσει τη φλεγμονώδη ενεργοποίηση. Σε άτομα με παχυσαρκία, η σταδιακή βελτίωση της σύστασης σώματος και η μείωση του σπλαχνικού λίπους μειώνουν τα επίπεδα προφλεγμονωδών κυτταροκινών. Σε άτομα με υπέρταση, η διατροφική προσέγγιση που περιορίζει το υπερβολικό νάτριο και ενισχύει το κάλιο συμβάλλει στη βελτίωση της αγγειακής λειτουργίας.

Επομένως, όταν μιλάμε για «ευάλωτες ομάδες», δεν αρκεί η καταγραφή τους. Χρειάζεται στοχευμένη διατροφική στρατηγική για καθεμία από αυτές.

Η απλή αναφορά σε συννοσηρότητες χωρίς ταυτόχρονη ενεργοποίηση πολιτικών πρόληψης δημιουργεί μια αντίφαση: Αναγνωρίζουμε τον κίνδυνο, αλλά δεν επεμβαίνουμε στις αιτίες του.

Long COVID: H νέα, χρόνια πρόκληση

Στη μετά-COVID εποχή, το κλινικό φάσμα επεκτείνεται. Το Long COVID περιλαμβάνει χρόνια κόπωση, γνωστική δυσλειτουργία, μυϊκή αδυναμία και μεταβολική αστάθεια. Η εμμένουσα φλεγμονή και η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία αποτελούν πιθανούς μηχανισμούς.

Σε έναν οργανισμό με ήδη επιβαρυμένο μεταβολικό υπόβαθρο, οι συνέπειες μπορεί να είναι πιο έντονες. Εδώ η διατροφή αποκτά διπλό ρόλο: αφενός ως εργαλείο αποκατάστασης, αφετέρου ως μέσο πρόληψης περαιτέρω επιπλοκών.

Η επαρκής πρωτεϊνική πρόσληψη, τα αντιφλεγμονώδη λιπαρά, οι φυτικές ίνες και η ενίσχυση μικροθρεπτικών στοιχείων δεν αποτελούν «συμπληρωματικές» παρεμβάσεις. Συνιστούν βασικούς ρυθμιστές της μεταβολικής ανάκαμψης. Κι όμως, η διατροφική διάσταση του Long COVID δεν εντάχθηκε σε εθνικά πρωτόκολλα αποκατάστασης.

Η σαρκοπενία και η μεταβολική αποδυνάμωση

Η απώλεια μυϊκής μάζας μετά από σοβαρή νόσηση είναι συχνή. Ο μυϊκός ιστός όμως δεν αποτελεί μόνο μηχανικό στοιχείο κίνησης. Είναι μεταβολικό όργανο.

Ρυθμίζει τη γλυκόζη, συμμετέχει στην ανοσολογική λειτουργία και επηρεάζει την ενεργειακή ισορροπία.

Σε συνθήκες υποκείμενων νοσημάτων, η σαρκοπενία μπορεί να επιδεινώσει την ινσουλινοαντίσταση και να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο. Η διατροφική αγωγή, με επαρκή και κατανεμημένη πρόσληψη πρωτεΐνης, καθίσταται κρίσιμη.

Η απουσία οργανωμένης πρωτεϊνικής στρατηγικής σε μετανοσοκομειακά πρωτόκολλα αποτελεί ένα ακόμη χαμένο πεδίο παρέμβασης.

Γλυκαιμική σταθερότητα και φλεγμονή

Η γλυκαιμική αστάθεια δεν είναι απλώς ζήτημα διαβήτη. Οι απότομες μεταγευματικές αιχμές γλυκόζης αυξάνουν το οξειδωτικό στρες και ενεργοποιούν φλεγμονώδεις μηχανισμούς ακόμη και σε άτομα χωρίς διαγνωσμένη νόσο.

Σε πληθυσμούς με υποκείμενα νοσήματα, η γλυκαιμική ρύθμιση μέσω διατροφής χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός πυλώνας μείωσης κινδύνου. Δεν πρόκειται για δίαιτα περιορισμού, αλλά για ρύθμιση φυσιολογίας.

Το μικροβίωμα και η συστηματική ανθεκτικότητα

Η εντερική μικροβιακή ισορροπία επηρεάζει τη φλεγμονή, τον μεταβολισμό και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού. Σε άτομα με μεταβολικό σύνδρομο, παρατηρούνται συχνά διαταραχές στη μικροβιακή ποικιλότητα.

Η ενίσχυση της κατανάλωσης φυτικών ινών και ζυμωμένων τροφίμων μπορεί να βελτιώσει τη μικροβιακή ισορροπία και να μειώσει τη φλεγμονώδη επιβάρυνση. Σε συνθήκες υποκείμενων νοσημάτων, η παρέμβαση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Ελληνικά Επιδημιολογικά Δεδομένα και η αναγκαιότητα της μεταβολικής υγείας σε εθνικές στρατηγικές ανθεκτικότητας

Στην Ελλάδα, από την έναρξη της πανδημίας μέχρι σήμερα καταγράφηκαν εκατοντάδες χιλιάδες επιβεβαιωμένα κρούσματα και δεκάδες χιλιάδες θάνατοι.

Συνολικά, ο συνολικός αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων COVID-19 υπερέβη τα 6,1 εκατομμύρια και οι συνολικές καταγεγραμμένες θνητότητες ξεπέρασαν τις 37.800 περιπτώσεις μέχρι τα μέσα του 2024, σύμφωνα με ιστορικά δεδομένα καταγραφής (Worldometer, Poland, archived data).

Τα επίσημα στοιχεία του Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (Ε.Ο.Δ.Υ.) επισημαίνουν ότι οι ομάδες υψηλού κινδύνου για σοβαρή νόσηση περιλάμβαναν άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω και άτομα με υποκείμενα νοσήματα όπως καρδιαγγειακές παθήσεις, διαβήτη, χρόνια αναπνευστικά νοσήματα και ανοσοκαταστολή.

Σε μια ελληνική πολυκεντρική μελέτη σε νοσηλευόμενους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 κατά το τρίτο κύμα της πανδημίας (Φεβρουάριος–Ιούνιος 2021), από 354 ασθενείς με COVID-19 και διαβήτη σχεδόν 1 στους 5 (18.6%) απεβίωσε εντός νοσοκομείου, και ένας σημαντικός αριθμός χρειάστηκε νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ).

Παράλληλα, μελέτες στην Ελλάδα έχουν διερευνήσει τη σχέση της COVID-19 με ανθρωπομετρικούς και τρόπο ζωής παράγοντες σε ηλικιωμένους πληθυσμούς. Σε μια έρευνα σε άτομα άνω των 65 ετών, παράγοντες όπως το είδος διατροφικού προτύπου και η φυσική δραστηριότητα συσχετίστηκαν με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και επιπλοκών της λοίμωξης, υποδηλώνοντας ότι κοινωνικο-δημογραφικοί και μεταβολικοί παράγοντες επηρεάζουν την κλινική έκβαση.

Τα ελληνικά επιδημιολογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η ηλικία και τα υποκείμενα νοσήματα αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσηση και θνησιμότητα από COVID-19, ευθυγραμμίζοντας τις εμπειρίες της χώρας με τις διεθνείς τάσεις. Η Ελλάδα, παρά το σχετικά υψηλό ποσοστό εμβολιασμού που προέκυψε από την εθνική εκστρατεία («Επιχείρηση Ελευθερία» με εκατομμύρια δοσολογίες χορηγηθείσες), δεν κατόρθωσε να αποσυνδέσει πλήρως την έκβαση της νόσου από τις προϋπάρχουσες μεταβολικές ανισορροπίες πληθυσμού, γεγονός που υπογραμμίζει να ενσωματωθεί η μεταβολική υγεία σε εθνικές στρατηγικές ανθεκτικότητας.

Από την καταγραφή της ευαλωτότητας στη διαχείρισή της

Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταγραφή των ευάλωτων ομάδων. Οφείλει να σχεδιάζει παρεμβάσεις που μειώνουν την ευαλωτότητα.

Η μεταπανδημική στρατηγική πρέπει να κινηθεί σε τρία επίπεδα:

1. Εθνική στρατηγική πρόληψης, με θεσμική ενσωμάτωση αντιφλεγμονώδους διατροφικού προτύπου.
2. Κατηγοριοποίηση πληθυσμού, με ειδικά πρωτόκολλα για άτομα με υποκείμενα νοσήματα.
3. Εξειδίκευση, με στοχευμένη διατροφική αγωγή ανά νόσο και μεταβολικό προφίλ.

Η αναφορά σε «υποκείμενα νοσήματα» χωρίς ταυτόχρονη ενεργοποίηση διατροφικής στρατηγικής αφήνει το πρόβλημα ημιτελές.

Συμπεράσματα

Η εμπειρία της COVID-19 κατέδειξε ότι η ευαλωτότητα ενός πληθυσμού δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την ηλικία ή την έκθεση στον παθογόνο παράγοντα. Καθορίζεται από το μεταβολικό του υπόβαθρο. Τα λεγόμενα «υποκείμενα νοσήματα» δεν αποτελούν ανεξάρτητες οντότητες. Συνιστούν εκδηλώσεις μιας κοινής διαταραγμένης ανοσομεταβολικής ομοιόστασης. Η χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή, η ινσουλινοαντίσταση και η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία διαμορφώνουν ένα εσωτερικό περιβάλλον αυξημένου κινδύνου.

Η πανδημία δεν δημιούργησε αυτή την κατάσταση — την κατέστησε ορατή σε παγκόσμια κλίμακα.

Επομένως, η μελλοντική ανθεκτικότητα απέναντι σε υγειονομικές κρίσεις δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε εμβόλια και φαρμακευτικές παρεμβάσεις. Οφείλει να ενσωματώνει στρατηγικές που βελτιώνουν τη μεταβολική υγεία του πληθυσμού. Η μεταβολική ανθεκτικότητα δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι μετρήσιμη, βιολογικά τεκμηριωμένη και πολιτικά διαχειρίσιμη.

Διαβάστε επίσης

Πόσο θρεπτικό είναι το ψωμί του τοστ; Ο ειδικός αποκαλύπτει τα πάντα – Δείτε πίνακες

Το γλυκό «φάρμακο» της φύσης που θωρακίζει καρδιά και ανοσοποιητικό – Ο κίνδυνος της νοθείας

Εμφιαλωμένα νερά: Ποιους χημικούς και μικροβιακούς κινδύνους κρύβουν τα μπουκάλια – Ένας καθηγητής εξηγεί