«Πρώτα τα μαθήματα και μετά το κινητό», λέει ο ένας. «Άφησέ το λίγο να χαλαρώσει και μετά θα διαβάσει», απαντά ο άλλος. Λίγο αργότερα, μία νέα διαφωνία: Μπορεί το παιδί να πάει μόνο του στο πάρκο ή χρειάζεται ακόμη επίβλεψη; Και όταν αρνείται να κλείσει την τηλεόραση, επιμένουμε στον κανόνα ή κάνουμε αυτή τη φορά τα στραβά μάτια;

Τέτοιες μικρές διαφωνίες είναι συνηθισμένες μέσα σε μία οικογένεια. Οι γονείς δεν έχουν πάντα την ίδια άποψη για τα όρια, την πειθαρχία ή την ανεξαρτησία που πρέπει να δίνουν στα παιδιά τους. Άλλωστε, ο καθένας φέρνει στη γονεϊκότητα τη δική του προσωπικότητα, τις εμπειρίες και τις πεποιθήσεις του.

Είναι, όμως, κακό για ένα παιδί να μεγαλώνει με δύο διαφορετικές προσεγγίσεις;

Ο Trevor Mazzucchelli, Αναπληρωτής Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Curtin της Αυστραλίας, επισημαίνει με άρθρο του στο The Conversation, ότι οι διαφορές στον τρόπο ανατροφής δεν συνδέονται απαραίτητα με συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες στα παιδιά.

Μπορεί, μάλιστα, να έχουν και πλεονεκτήματα. Ο ένας γονέας μπορεί να είναι περισσότερο αυθόρμητος και παιχνιδιάρης, ενώ ο άλλος να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα, πρόγραμμα και οργάνωση. Και οι δύο προσεγγίσεις μπορούν, σύμφωνα με τον ειδικό, να συμβάλουν θετικά στην ανάπτυξη του παιδιού.

Το πρόβλημα δεν είναι πάντα η διαφωνία

Μεγαλύτερη σημασία φαίνεται να έχει ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς διαχειρίζονται τις διαφορές τους. Όταν ένα παιδί βλέπει τους γονείς του να ακούν ο ένας τον άλλον, να συζητούν με σεβασμό, να συμβιβάζονται και τελικά να βρίσκουν λύση, παρακολουθεί στην πράξη έναν τρόπο υγιούς διαχείρισης των διαφωνιών.

Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν οι γονείς δίνουν αντικρουόμενα μηνύματα για βασικούς κανόνες ή αντιδρούν εντελώς διαφορετικά στην ίδια συμπεριφορά.

Αν, για παράδειγμα, το παιδί αρνείται να κλείσει την τηλεόραση και ο ένας γονέας επιμένει στον κανόνα ενώ ο άλλος το αφήνει να συνεχίσει για να αποφύγει την ένταση, γίνεται δυσκολότερο για το παιδί να καταλάβει τι ακριβώς αναμένεται από εκείνο. Παράλληλα, μπορεί να μάθει ότι αυτό που δεν «περνάει» στον έναν γονέα ίσως περάσει στον άλλον.

Σύμφωνα με τον Mazzucchelli, ανησυχητικά σημάδια είναι οι συνεχείς συγκρούσεις για θέματα ανατροφής, η υπονόμευση του ενός γονέα από τον άλλον και, κυρίως, η κατάσταση κατά την οποία το παιδί αισθάνεται ότι βρίσκεται στη μέση ή πιέζεται να πάρει θέση. Έρευνες έχουν συσχετίσει τέτοια δυσλειτουργικά μοτίβα συν-γονεϊκότητας με περισσότερες συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες σε παιδιά και εφήβους.

Πώς βρίσκουμε κοινή γραμμή

Ο ειδικός προτείνει οι γονείς, αντί να ξεκινούν από το «ποιος έχει δίκιο», να αναζητούν πρώτα τον κοινό τους στόχο. Αν, για παράδειγμα, διαφωνούν για τον χρόνο στις οθόνες, μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο στόχος είναι το παιδί να μάθει να τις χρησιμοποιεί σωστά και στη συνέχεια να αποφασίσουν μαζί ποια όρια θα θέσουν.

Χρήσιμο είναι επίσης οι σοβαρές διαφωνίες να συζητούνται μακριά από τα παιδιά. Η ανοιχτή κριτική ή η ακύρωση των αποφάσεων του άλλου γονέα μπροστά τους μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση και να τα κάνει να αισθανθούν ότι πρέπει να διαλέξουν πλευρά.

Και φυσικά, οι κανόνες δεν μπορούν να παραμένουν ίδιοι για πάντα. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, αποκτούν νέες δεξιότητες και χρειάζονται περισσότερη αυτονομία. Γι’ αυτό και, σύμφωνα με τον Mazzucchelli, οι γονείς χρειάζεται να επανεξετάζουν τακτικά τι λειτουργεί, τι όχι και τι πρέπει να αλλάξει.

Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι δύο γονείς που σκέφτονται και αντιδρούν με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Όπως υποστηρίζει ο ειδικός, η αποτελεσματική γονεϊκότητα βασίζεται περισσότερο στη συνεργασία, στη συνέπεια στα σημαντικά ζητήματα και στην ικανότητα προσαρμογής στις ανάγκες του παιδιού καθώς αυτό μεγαλώνει.

Διαβάστε επίσης

Πώς λέμε στο παιδί ότι η μαμά και ο μπαμπάς δεν τα πάνε καλά – Γιατί το «όλα καλά» είναι λάθος

Πώς να βάλουμε όρια στα παιδιά, όταν έχουμε χάσει τα δικά μας; Ποιες οι ανάγκες της σύγχρονης οικογένειας

Γιατί το «όχι» έχει γίνει τόσο δύσκολο για τον σύγχρονο γονιό; Η ψυχολόγος απαντά