*Γράφουν από το Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης για Σπάνια Δερματικά Νοσήματα, Α’ Κλινική Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός» η κυρία Eιρήνη Μερίκα, Επιστημονική Συνεργάτιδα Α’ Κλινικής Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων, Consultant UK NHS και η κυρία Ευτυχία Ζουριδάκη, Διευθύντρια ΕΣΥ, Δερματολογική Κλινική ΕΣΥ, Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός»

 

Οι σπάνιες δερματικές παθήσεις αποτελούν μια ευρεία και ετερογενή ομάδα νοσημάτων που, αν και αφορούν μικρό ποσοστό του πληθυσμού, επηρεάζουν βαθιά και πολυδιάστατα τη ζωή των ασθενών. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν χιλιάδες σπάνιες νόσοι συνολικά, πολλές από τις οποίες εμφανίζουν δερματικές εκδηλώσεις ή εντοπίζονται αποκλειστικά στο δέρμα. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν ορισμένες μορφές ιχθύασης, οι πελματοπελματιαίες υπερκερατώσεις, η πομφολυγώδης επιδερμόλυση, τα σπάνια αυτοάνοσα πομφολυγώδη νοσήματα και ορισμένα σπάνια δερματικά λεμφώματα.

Παρά το γεγονός ότι το δέρμα είναι το πιο ορατό όργανο του σώματος, η διάγνωση μιας σπάνιας δερματοπάθειας συχνά καθυστερεί σημαντικά. Οι ασθενείς μπορεί να περιπλανηθούν για χρόνια μεταξύ διαφορετικών ιατρών, λαμβάνοντας αντικρουόμενες διαγνώσεις ή θεραπείες χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Συμπτώματα όπως επίμονος κνησμός, φυσαλίδες, χρόνιες πληγές, πάχυνση ή έντονη απολέπιση του δέρματος συχνά συγχέονται με συχνότερες παθήσεις, όπως η ατοπική δερματίτιδα ή η ψωρίαση.

Η διαγνωστική καθυστέρηση δεν αποτελεί απλώς οργανωτικό ή γραφειοκρατικό ζήτημα. Συνεπάγεται επιδείνωση της νόσου, αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών, σωματική ταλαιπωρία και σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση. Πολλοί ασθενείς βιώνουν κοινωνικό στίγμα, αμηχανία ή απομόνωση, ιδίως όταν οι βλάβες εντοπίζονται σε εμφανή σημεία, όπως το πρόσωπο ή τα χέρια. Η ποιότητα ζωής τους επηρεάζεται ουσιαστικά, τόσο στην επαγγελματική και κοινωνική τους δραστηριότητα όσο και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Καθοριστικό εμπόδιο στην έγκαιρη διάγνωση αποτελεί η περιορισμένη εξοικείωση των επαγγελματιών υγείας με σπάνιες οντότητες. Η χαμηλή επίπτωση σημαίνει ότι ένας ιατρός ενδέχεται να μην έχει συναντήσει ποτέ μια συγκεκριμένη πάθηση στην κλινική του πράξη. Παράλληλα, η τεκμηρίωση της διάγνωσης συχνά απαιτεί εξειδικευμένες εξετάσεις – όπως δερματική βιοψία, άμεσο και έμμεσο ανοσοφθορισμό ή γενετικό έλεγχο – οι οποίες δεν είναι άμεσα διαθέσιμες σε όλα τα κέντρα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο γενετικός έλεγχος, ο οποίος δεν συμβάλλει μόνο στην επιβεβαίωση της διάγνωσης, αλλά και στον καθορισμό της πρόγνωσης, στην επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής στρατηγικής και στη γενετική συμβουλευτική της οικογένειας. Στην Ελλάδα, ωστόσο, για πολλές σπάνιες παθήσεις ο γενετικός έλεγχος δεν αποζημιώνεται από το δημόσιο σύστημα υγείας. Το κόστος καλύπτεται συχνά εξ ολοκλήρου από τους ίδιους τους ασθενείς, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές ανισότητες στην πρόσβαση σε ουσιαστική και τεκμηριωμένη διάγνωση. Για αρκετές οικογένειες, πρόκειται για οικονομική επιβάρυνση ιδιαίτερα δυσβάστακτη, παρά τη θεμελιώδη σημασία της εξέτασης.

Οι προκλήσεις συνεχίζονται και στο θεραπευτικό επίπεδο. Για πολλές σπάνιες δερματικές παθήσεις δεν υπάρχει οριστική ίαση, αλλά συμπτωματική ή ανοσοτροποποιητική αγωγή. Ορισμένες θεραπείες είναι υψηλού κόστους ή δεν αποζημιώνονται εύκολα, ενώ η έλλειψη μεγάλων, καλά σχεδιασμένων κλινικών μελετών καθιστά συχνά δύσκολη την επιλογή της βέλτιστης θεραπευτικής προσέγγισης. Οι ασθενείς καλούνται συχνά να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στη λήψη αποφάσεων, να αναζητήσουν αξιόπιστη πληροφόρηση και να απευθυνθούν σε εξειδικευμένα κέντρα με σχετική εμπειρία.

Παρά τις δυσκολίες, τα τελευταία χρόνια η πρόοδος της ιατρικής έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα. Η ανάπτυξη βιολογικών παραγόντων και στοχευμένων θεραπειών, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στη μοριακή γενετική, επιτρέπουν ακριβέστερη διάγνωση και περισσότερο εξατομικευμένη αντιμετώπιση. Παράλληλα, τα εθνικά και ευρωπαϊκά δίκτυα αναφοράς, καθώς και οι σύλλογοι ασθενών, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση, την υποστήριξη και τη διεκδίκηση ισότιμης πρόσβασης σε εξειδικευμένη φροντίδα.

Το βασικό μήνυμα προς το κοινό είναι σαφές: όταν ένα δερματικό πρόβλημα επιμένει, δεν ανταποκρίνεται στις συνήθεις θεραπείες ή συνοδεύεται από άτυπα ή συστηματικά συμπτώματα, δεν πρέπει να υποτιμάται. Η έγκαιρη παραπομπή σε δερματολόγο με εμπειρία στις σπάνιες παθήσεις και μια ολοκληρωμένη, τεκμηριωμένη διαγνωστική προσέγγιση μπορούν να μειώσουν το «διαγνωστικό ταξίδι» και να βελτιώσουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Οι σπάνιες δερματικές παθήσεις μπορεί να είναι αριθμητικά λίγες, αλλά για όσους ζουν με αυτές αποτελούν μια απαιτητική καθημερινή πραγματικότητα. Η ενίσχυση της ενημέρωσης, η καλλιέργεια ενσυναίσθησης, η ανάπτυξη εξειδικευμένων κέντρων και υποστηρικτικών δομών, καθώς και η διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης σε διαγνωστικές και θεραπευτικές δυνατότητες, αποτελούν καθοριστικά βήματα για τη μείωση του διαγνωστικού κενού και την ενίσχυση της προοπτικής για ένα καλύτερο μέλλον.

Διαβάστε επίσης

Τι είναι το σύνδρομο Alagille – Η ειδικός εξηγεί τα συμπτώματα και τις σύγχρονες θεραπείες

«Όταν μάθαμε τη διάγνωση, κατέρρευσα» λέει η μητέρα της μικρής Αλεξάνδρας με τη σπάνια νόσο BPAN

Δερματικά λεμφώματα: Αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά στην Ελλάδα