Μια σημαντική μελέτη πληθυσμού διαπίστωσε ότι τα άτομα που πάσχουν από διπολική διαταραχή τύπου 2 αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, ρίχνει φως σε μια μορφή διπολικής διαταραχής που συχνά παραβλέπεται στην έρευνα.

Η διπολική διαταραχή είναι μια σύνθετη ψυχική πάθηση, που χαρακτηρίζεται από ακραίες διακυμάνσεις στη διάθεση, την ενέργεια και την καθημερινή λειτουργία. Αυτές οι διακυμάνσεις εμφανίζονται συνήθως σε επεισόδια που διαρκούν μέρες ή και ολόκληρες εβδομάδες. Τα άτομα βιώνουν κύκλους κατάθλιψης, παράλληλα με περιόδους ανυψωμένης διάθεσης, γνωστές ως υπομανία. Συνήθως, αυτές οι «ανυψώσεις» είναι λιγότερο σοβαρές από τα πλήρη μανιακά επεισόδια – σε κάθε περίπτωση, όμως, η πάθηση έχει βαθιά επίδραση στην ποιότητα ζωής. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η διπολική διαταραχή επηρεάζει περίπου 1 στα 200 άτομα.

Η έρευνα

Για να κατανοήσουν καλύτερα τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, οι ερευνητές ανέλυσαν τα αρχεία περισσότερων από 11.000 ατόμων ηλικίας 12 ετών και άνω που είχαν διαγνωστεί με διπολική διαταραχή τύπου 2. Περίπου το 62% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες. Για λόγους σύγκρισης, η μελέτη περιελάμβανε επίσης πάνω από 45.000 άτομα χωρίς τη διαταραχή.

Τα δεδομένα, που συλλέχθηκαν μεταξύ 2001 και 2022, επέτρεψαν στους ερευνητές να παρακολουθήσουν τους συμμετέχοντες για 7,3 χρόνια κατά μέσο όρο. Αυτή η προσέγγιση μεγάλης κλίμακας παρείχε μια σαφέστερη εικόνα των κινδύνων θνησιμότητας που συνδέονται συγκεκριμένα με τη διπολική διαταραχή τύπου 2 – σχέση που οι προηγούμενες μελέτες δεν είχαν καταφέρει να απομονώσουν.

Αυξημένοι κίνδυνοι σε όλους τους τομείς

Τα ευρήματα ήταν εντυπωσιακά. Τα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου 2 αντιμετώπιζαν περίπου 60% υψηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου από οποιαδήποτε αιτία σε σύγκριση με όσους δεν πάσχουν από τη διαταραχή.

Αυτή η αυξημένη θνησιμότητα αφορούσε τόσο σε φυσικές, όσο και σε μη φυσικές αιτίες:

Ίσως το πιο απροσδόκητο είναι ότι τα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου 2 παρουσίασαν 24% υψηλότερο συνολικό κίνδυνο θνησιμότητας σε σύγκριση με εκείνα της διπολικής διαταραχής τύπου 1, αν και τα ποσοστά θανάτου από μη φυσικές αιτίες ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων.

Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, της συνεχούς παρακολούθησης και της ολοκληρωμένης φροντίδας, που καλύπτει τόσο την ψυχική, όσο και τη σωματική υγεία. Χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη, τα άτομα ενδέχεται να είναι πιο ευάλωτα όχι μόνο σε ψυχιατρικά συμπτώματα, αλλά και σε ευρύτερες επιπλοκές υγείας.

Η μελέτη παρέχει πολύτιμες πληροφορίες, ωστόσο παρουσιάζει και ορισμένους περιορισμούς. Τα δεδομένα προέρχονται αποκλειστικά από την Ταϊβάν, ενδέχεται επομένως τα αποτελέσματα να μην ισχύουν καθολικά για πληθυσμούς με διαφορετικά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης ή πολιτισμικά πλαίσια. Επιπλέον, η μελέτη δεν περιελάμβανε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με παράγοντες όπως η σοβαρότητα των συμπτωμάτων, η συχνότητα των επεισοδίων διάθεσης ή οι συνήθειες του τρόπου ζωής – παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα υγείας. Θα χρειαστεί μελλοντική έρευνα για να διερευνηθούν αυτές οι μεταβλητές και να αναπτυχθούν στοχευμένες παρεμβάσεις, που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου σε άτομα με διπολική διαταραχή τύπου 2.

Η διπολική διαταραχή τύπου 2 δεν είναι ηπιότερη απλώς και μόνο επειδή τα συμπτώματά της μπορεί να φαίνονται λιγότερο ακραία. Ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπός της στην υγεία είναι σημαντικός. Αναγνωρίζοντας τους κινδύνους και βελτιώνοντας την πρόσβαση σε συντονισμένη ψυχιατρική και ιατρική φροντίδα, τα συστήματα υγείας μπορεί να είναι καλύτερα εξοπλισμένα για να υποστηρίξουν τα άτομα που ζουν με αυτή την πάθηση.

Διαβάστε επίσης

Πέντε πράγματα για την κάνναβη και την ψύχωση που πρέπει να γνωρίζουμε

Κίνδυνος μανίας και διπολικής διαταραχής για τα 10χρονα που «πέφτουν με τα μούτρα» στις οθόνες

Διπολική διαταραχή – Σχιζοφρένεια: «Φορτώνουν» κιλά τους πάσχοντες – Η αντιμετώπιση