Το πόσο γρήγορα σκεφτόμαστε, θυμόμαστε ή αντιδρούμε σε ένα ερέθισμα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που σχετίζονται με τη λειτουργία και τη δομή του εγκεφάλου. Μήπως, όμως, ένα μέρος της απάντησης κρύβεται… στη γλώσσα μας;
Μια νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο PLOS One, στρέφει το ενδιαφέρον στο μικροβίωμα στόματος, καθώς οι επιστήμονες εντόπισαν συσχετίσεις ανάμεσα σε συγκεκριμένα βακτήρια της γλώσσας και στις επιδόσεις σε τεστ μνήμης, συγκέντρωσης και ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών.
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής την Joanna E. L’Heureux από το University of Exeter στη Βρετανία, θέλησε να διερευνήσει εάν τα βακτήρια του στόματος που συμμετέχουν στον μεταβολισμό των νιτρικών αλάτων μπορεί να σχετίζονται με τη γνωστική λειτουργία.
Από τα παντζάρια στον εγκέφαλο
Η υπόθεση των ερευνητών βασίζεται σε έναν ενδιαφέροντα βιολογικό μηχανισμό. Όταν καταναλώνουμε τροφές πλούσιες σε νιτρικά άλατα, όπως τα παντζάρια και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα νιτρικά περνούν στην κυκλοφορία του αίματος και στη συνέχεια στο σάλιο.
Εκεί, ορισμένα βακτήρια του στόματος τα μετατρέπουν σε νιτρώδη, από τα οποία ο οργανισμός μπορεί να παράγει μονοξείδιο του αζώτου. Το μόριο αυτό συμβάλλει στη χαλάρωση των αιμοφόρων αγγείων και μπορεί να ενισχύσει τη ροή του αίματος προς τον εγκέφαλο.
Προηγούμενες έρευνες έχουν ήδη συνδέσει την κακή στοματική υγεία και τις παθήσεις των ούλων με γνωστική έκπτωση, ενώ άλλες έχουν δείξει ότι τα νιτρικά άλατα της διατροφής μπορούν να επηρεάσουν την εγκεφαλική αιμάτωση και τη γνωστική απόδοση.
Τι έδειξαν τα τεστ
Στη νέα μελέτη συμμετείχαν 60 άτομα, νεότεροι και μεγαλύτεροι ενήλικες: 30 στο Exeter της Βρετανίας και 30 στις Βρυξέλλες. Η επιλογή δύο διαφορετικών χωρών επέτρεψε στους επιστήμονες να εξετάσουν κατά πόσο οι πιθανές σχέσεις ανάμεσα στο μικροβίωμα, την ηλικία και τη γνωστική λειτουργία εμφανίζονται σε διαφορετικούς πληθυσμούς.
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε 10 τεστ που αξιολογούσαν, μεταξύ άλλων, τη μνήμη, την ταχύτητα επεξεργασίας και την προσοχή. Οι ερευνητές πήραν επίσης δείγματα από τη γλώσσα, αίμα και σάλιο και μέτρησαν την αρτηριακή πίεση.
Με ανάλυση του DNA των δειγμάτων της γλώσσας προσδιόρισαν τα βακτήρια που υπήρχαν στο στόμα κάθε συμμετέχοντα και στη συνέχεια συνέκριναν το μικροβιακό του «προφίλ» με τις επιδόσεις στα γνωστικά τεστ.
Το βακτήριο που συνδέθηκε με ταχύτερες αντιδράσεις
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορούσε το Prevotella histicola. Οι συμμετέχοντες και στις δύο χώρες που είχαν μεγαλύτερη αφθονία του συγκεκριμένου βακτηρίου εμφάνισαν ταχύτερους χρόνους αντίδρασης σε διαφορετικές γνωστικές δοκιμασίες.
Πιο σύνθετη ήταν η εικόνα για το Haemophilus parainfluenzae. Στη Βρετανία, η μεγαλύτερη παρουσία του συνδέθηκε με ταχύτερες απαντήσεις σε δοκιμασίες συλλογισμού και αντίληψης του χώρου, αλλά με βραδύτερη απόκριση στην αναγνώριση συναισθημάτων. Στο Βέλγιο συσχετίστηκε με ταχύτερες αποκρίσεις σε τεστ οπτικής μνήμης και καλύτερη επίδοση σε δοκιμασία μνήμης εργασίας.
Οι επιστήμονες εντόπισαν επίσης 17 είδη βακτηρίων των οποίων η αφθονία διέφερε μεταξύ νεότερων και μεγαλύτερων ενηλίκων. Το Neisseria flavescens, ένα είδος που συμμετέχει στη μετατροπή των νιτρικών, ήταν συχνότερο στους νεότερους συμμετέχοντες και στις δύο χώρες, χωρίς ωστόσο να συνδέεται άμεσα με τις επιδόσεις στα γνωστικά τεστ.
Αντίθετα, στους μεγαλύτερους ενήλικες βρέθηκαν σε υψηλότερα επίπεδα βακτήρια που σχετίζονται με παθήσεις των ούλων, όπως τα Treponema και Tannerella.
Η ηλικία παραμένει καθοριστική
Υπήρξε όμως και ένας παράγοντας που φάνηκε να έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σύνθεση του μικροβιώματος: Ο τόπος διαμονής. Στη σχετική στατιστική ανάλυση, η γεωγραφική τοποθεσία αναδείχθηκε ως ο μόνος σημαντικός προγνωστικός παράγοντας των διαφορών στη μικροβιακή σύνθεση.
Παράλληλα, η ηλικία παρέμεινε ισχυρά συνδεδεμένη με τις γνωστικές επιδόσεις. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συμμετέχοντες είχαν χαμηλότερες επιδόσεις στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και σε ορισμένες δοκιμασίες μνήμης και στις δύο χώρες.
Οι ίδιοι οι ερευνητές, πάντως, συνιστούν προσοχή στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Η μελέτη ήταν μικρή και δεν αποδεικνύει ότι συγκεκριμένα βακτήρια βελτιώνουν ή επιδεινώνουν τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Όπως επισημαίνουν, οι συσχετίσεις που παρατηρήθηκαν θα πρέπει προς το παρόν να θεωρούνται διερευνητικές. Μεγαλύτερες μελέτες θα χρειαστούν για να αποσαφηνιστεί εάν πράγματι το μικροβίωμα του στόματος κρύβει πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται οι γνωστικές μας ικανότητες καθώς μεγαλώνουμε.
Διαβάστε επίσης
Εμμηνόπαυση: Τι είναι το σύνδρομο που «καίει» το στόμα; Οι επιστήμονες του Χάρβαρντ εξηγούν
Καινοτόμος τσίχλα εξουδετερώνει έρπη και ιούς της γρίπης – Ποιο είναι το μυστικό συστατικό
Αδυνάτισμα: Τα ενέσιμα φάρμακα βλάπτουν στόμα, δόντια και αναπνοή – 6 tips προφύλαξης