Μόλις έχετε ολοκληρώσει ένα πλούσιο, χορταστικό και πεντανόστιμο γεύμα. Αισθάνεστε το στομάχι σας γεμάτο, έτοιμο να «εκραγεί». Νιώθετε ότι δεν υπάρχει χώρος ούτε για νερό. Και τότε, έρχεται στο τραπέζι το επιδόρπιο. Ένα δελεαστικό γλυκό, που σας βάζει στον πειρασμό να… ξεχάσετε το φούσκωμα που αισθάνεστε και να κάνετε λίγο «χώρο» για τη λαχταριστή λιχουδιά που στέκεται μπροστά σας.

Και το ερώτημα είναι: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει πάντα χώρος για γλυκό, ακόμη κι όταν είμαστε χορτάτοι;

Οι Ιάπωνες περιγράφουν το φαινόμενο με τον όρο «betsubara», που μεταφράζεται ως «ξεχωριστό στομάχι». Αν και, ανατομικά, δεν υπάρχει ξεχωριστός χώρος στο στομάχι, η αίσθηση τόσο συνηθισμένη, που κέντρισε το ενδιαφέρον των ερευνητών – η εξήγηση βρίσκεται στο σταυροδρόμι της φυσιολογίας, της νευρολογίας και του πολιτισμού.

Ευέλικτο στομάχι

Το στομάχι τείνει να γίνεται αντιληπτό ως ένας άκαμπτος χώρος, σαν ένα δοχείο, που γεμίζει μέχρι να φτάσει στην πλήρη χωρητικότητά του. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι εξαιρετικά προσαρμοστικό. Όταν τρώμε, το στομάχι υφίσταται μια διαδικασία γνωστή ως γαστρική προσαρμογή: Οι λείοι μύες του χαλαρώνουν, επιτρέποντάς του να επεκταθεί, χωρίς να αυξάνεται σημαντικά η εσωτερική πίεση.

Αυτή η ευελιξία είναι ιδιαίτερα «χρήσιμη» σε ό,τι αφορά στην κατανάλωση γλυκών. Τα σακχαρούχα τρόφιμα, όπως το παγωτό ή το κέικ, είναι συνήθως μαλακά και απαιτούν ελάχιστη μηχανική πέψη σε σύγκριση με τα πυκνά, πλούσια σε πρωτεΐνες, κύρια πιάτα. Ακόμη, λοιπόν, κι αν νιώθετε το στομάχι σας υπερπλήρες μετά από ένα χορταστικό γεύμα, μπορεί πάντα να «κάνει χώρο» για ένα ελαφρύ επιδόρπιο, χωρίς μεγάλη προσπάθεια.

Όταν η απόλαυση υπερισχύει της πείνας

Η επιθυμία για επιδόρπιο καθοδηγείται τόσο από τον εγκέφαλο, όσο κι απ’ το έντερο. Πέρα απ’ τη φυσική πείνα, υπάρχει αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν «ηδονική πείνα», δηλαδή την επιθυμία να φάει κανείς για ευχαρίστηση, άνεση ή ανταμοιβή και όχι για να καλύψει τις διατροφικές του ανάγκες.

Οι γλυκές λιχουδιές είναι ιδιαίτερα ισχυρές απ’ αυτή την άποψη: Διεγείρουν τους μηχανισμούς ανταμοιβής του εγκεφάλου, ιδιαίτερα το σύστημα ντοπαμίνης, που σχετίζεται με την ευχαρίστηση. Μετά από ένα ικανοποιητικό κυρίως πιάτο, η βιολογική πείνα μπορεί να έχει υποχωρήσει, αλλά η υπόσχεση για κάτι γλυκό μπορεί να υπερισχύσει των σημάτων κορεσμού και να δημιουργήσει μια ανανεωμένη επιθυμία για φαγητό.

Άλλος βασικός παράγοντας είναι ο αισθητηριακός κορεσμός: Καθώς τρώμε ένα φαγητό, η απόλαυση της γεύσης και της υφής του μειώνεται σταδιακά. Στο τέλος, ο εγκέφαλος είναι λιγότερο ευαίσθητος σ’ αυτή τη γεύση. Το επιδόρπιο εισάγει μια εντελώς διαφορετική αισθητηριακή εμπειρία – γλυκύτητα και κρεμώδη υφή, αντί για πιο σκληρά, αλμυρά τρόφιμα. Αυτό «επαναφέρει» αποτελεσματικά την ανταπόκριση του εγκεφάλου στην ανταμοιβή, εξηγώντας γιατί κάποιος που αδυνατεί να τελειώσει το δείπνο του μπορεί ξαφνικά να φάει γλυκό.

Ταχύτερη πέψη, ελαφρύτερο φορτίο

Τα επιδόρπια συμπεριφέρονται επίσης διαφορετικά στο πεπτικό σύστημα. Τα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα και απλούς υδατάνθρακες συνήθως φεύγουν από το στομάχι πιο γρήγορα απ’ αυτά που είναι πλούσια σε λίπος ή πρωτεΐνες. Απαιτούν λιγότερη πέψη σε πρώιμο στάδιο, συμβάλλοντας στην αίσθηση ότι είναι πιο εύκολο να τα καταναλώσουμε, ακόμη κι όταν είμαστε ήδη χορτάτοι.

Ο χρόνος ενισχύει αυτό το φαινόμενο. Τα ορμονικά σήματα που προκαλούν διαρκή αίσθηση κορεσμού -όπως η χολοκυστοκινίνη, η GLP-1 και το πεπτίδιο YY- χρειάζονται χρόνο για να αναπτυχθούν, συχνά 20 έως 40 λεπτά μετά το φαγητό. Οι αποφάσεις για το επιδόρπιο λαμβάνονται συχνά πριν αυτά τα σήματα ενεργοποιηθούν πλήρως, επιτρέποντας στις παρορμήσεις που καθοδηγούνται από την απόλαυση να κυριαρχήσουν.

Ο ρόλος της κουλτούρας και της προετοιμασίας

Η βιολογία είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Το επιδόρπιο είναι βαθιά συνυφασμένο με τις κοινωνικές παραδόσεις. Από μικρή ηλικία, μαθαίνουμε να συνδέουμε τα γλυκά με ευχάριστες περιστάσεις. Αυτή η σύνδεση προκαλεί προσδοκία ευχαρίστησης. Οι πολιτισμικές προσδοκίες και η συναισθηματική μνήμη συνεργάζονται «αθόρυβα» με τη βιολογία για να καταστήσουν εφικτή την κατανάλωση λιχουδιών ακόμη και μετά από ένα πλούσιο γεύμα.

Μια απόλυτα φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση

Επομένως, όταν κάποιος επιμένει ότι αισθάνεται φούσκωμα και αδυνατεί να συνεχίσει το γεύμα του, αλλά καταφέρνει να φάει γλυκό, δεν αντιφάσκει. Αντιδρά σ’ ένα λεπτομερώς ρυθμισμένο σύστημα, στο οποίο στομάχι, εγκέφαλος, ορμόνες και παραδόσεις συνεργάζονται.

Διαβάστε επίσης

Δεν ζείτε χωρίς γλυκό; Τι αποκαλύπτουν οι προτιμήσεις για τον χαρακτήρα σας

Δείτε ποια ψυχική διαταραχή απειλεί τους… γλυκατζήδες

Τα 7 τρόφιμα που φαίνονται υγιεινά αλλά βλάπτουν το έντερο – Γιατρός από το Χάρβαρντ αποκαλύπτει