Το πρώτο τρίμηνο του 2027 και σε επτά Νοσοκομεία του συστήματος υγείας αναμένεται να ξεκινήσει το πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του πνεύμονα, με τους αρμόδιους -που εργάζονται πυρετωδώς για την εκκίνησή του- να σχεδιάζουν με προσοχή την πορεία των πολιτών, από τον εντοπισμό όσων είναι υψηλού κινδύνου έως την παρακολούθηση και τη θεραπεία τους.
Τις σημαντικές εξελίξεις ανακοίνωσε η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, κυρία Ειρήνη Αγαπηδάκη, στο Στρογγυλό Τραπέζι με τίτλο «Καρκίνος του πνεύμονα: Η αξία της έγκαιρης διάγνωσης – Η πρόληψη που σώζει» που διοργάνωσε το ygeiamou.gr. Στη συζήτηση συμμετείχαν έγκριτοι επιστήμονες και εκπρόσωποι ασθενών αναδεικνύοντας τόσο τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης όσο και τις προϋποθέσεις για ένα αποτελεσματικό προληπτικό πρόγραμμα.
«Είμαστε στην τελευταία φάση για την έγκριση του προγράμματος με πόρους ΕΣΠΑ», ανέφερε και πρόσθεσε πως το Υπουργείο Υγείας συνεργάζεται στενά με την Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία ενώ αναμένει τη διαμόρφωση του πρωτοκόλλου που επεξεργάζεται η Εθνική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Δημόσιας Υγείας, ο αρμόδιος φορέας που υπαγορεύει επιστημονικά το πρωτόκολλο που θα καθορίσει τις πληθυσμιακές ομάδες που θα ωφεληθούν από τον προσυμπτωματικό έλεγχο.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε η κυρία Αγαπηδάκη, εξετάζεται η ένταξη και ατόμων με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του πνεύμονα, πέρα από τους καπνιστές που πληρούν το κριτήριο των 20 πακέτο-ετών (pack-years), δηλαδή της συνολικής έκθεσης στον καπνό κατά τη διάρκεια της ζωής τους με τουλάχιστον 1 κουτί τσιγάρα την ημέρα για 20 χρόνια. Αυτές είναι οι δύο ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως είπε.

Photo: Παναγιώτης Κουφαλέξης
Ποιοι θεωρούνται υψηλού κινδύνου
Το κάπνισμα παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για τον καρκίνο πνεύμονα. Δεν εξηγεί, όμως, όλες τις διαγνώσεις. Έως και 1 στους 5 ασθενείς δεν είναι καπνιστής, ένα στοιχείο που διευρύνει τη συζήτηση γύρω από τους παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνιση της νόσου.
Το στοιχείο ανέδειξε ο κ. Στέλιος Λουκίδης, Καθηγητής Πνευμονολογίας της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, επισημαίνοντας, παράλληλα, τις προκλήσεις που συνοδεύουν την προσπάθεια για οργανωμένο προσυμπτωματικό έλεγχο στη χώρα μας.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η μεγάλη πλειονότητα των περιστατικών που αντιμετωπίζουν οι πνευμονολόγοι στην καθημερινή κλινική πράξη αφορά καπνιστές ή πρώην καπνιστές με βαρύ καπνιστικό ιστορικό. Ένα 15%-20%, ωστόσο, αφορά ανθρώπους που δεν καπνίζουν. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως εξήγησε, μπορεί να εμπλέκονται γενετικοί παράγοντες, η ηλικία, αλλά και συγκεκριμένα νοσήματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πνευμονική ίνωση, καθώς, όπως ανέφερε, κακοήθειες μπορεί να αναπτυχθούν πάνω στις ουλές που δημιουργούνται στον πνεύμονα. Για τον σχεδιασμό ενός οργανωμένου προγράμματος, πάντως, το βασικό σημείο αναφοράς παραμένουν οι πολίτες με αυξημένο καπνιστικό ιστορικό. Βασικό κριτήριο αποτελεί η συνολική έκθεση στον καπνό, η οποία υπολογίζεται σε pack-years (πακετο-έτη). Τα 20 pack-years, για παράδειγμα, αντιστοιχούν σε ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα επί 20 χρόνια ή σε δύο πακέτα την ημέρα επί 10 χρόνια.
Η πρόληψη παραμένει η σημαντικότερη επένδυση
Τη διεθνή εμπειρία και τα επιστημονικά δεδομένα που υποστηρίζουν τον έλεγχο ατόμων υψηλού κινδύνου ανέδειξε και ο κ. Εμμανουήλ Σαλούστρος, Αναπληρωτής Καθηγητής Ογκολογίας στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Πρόεδρος της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), εστιάζοντας στις δυνατότητες που προσφέρει σήμερα ο προσυμπτωματικός έλεγχος με αξονική τομογραφία θώρακα χαμηλής δόσης, αλλά και στις προκλήσεις που συνοδεύουν την εφαρμογή του.
Παρά την αξία της έγκαιρης διάγνωσης, ο κ. Σαλούστρος υπογράμμισε ότι η ουσιαστική αντιμετώπιση του καρκίνου του πνεύμονα αρχίζει πολύ πριν από οποιαδήποτε εξέταση. «Τίποτα δεν είναι καλύτερο από την ουσιαστική πρόληψη», τονίζει, αναφέροντας την αποφυγή του καπνίσματος, αλλά και τη μακροπρόθεσμη βελτίωση του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε. Το ζητούμενο, όπως εξηγεί, δεν είναι μόνο να διαγιγνώσκονται νωρίτερα περισσότερα περιστατικά, αλλά να μειωθεί πραγματικά η εμφάνιση της νόσου στον πληθυσμό.
Ο καθηγητής επέμεινε στην αξία της ενημέρωσης για τα συμπτώματα που μπορεί να σχετίζονται με τον καρκίνο του πνεύμονα. Όπως είπε χαρακτηριστικά «σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς φτάνουν στους ογκολόγους όταν η νόσος έχει ήδη κάνει μεταστάσεις, εμφανίζοντας, για παράδειγμα, πόνο ή νευρολογικές εκδηλώσεις λόγω εγκεφαλικών μεταστάσεων».
Ωστόσο, η καπνιστική συνήθεια δεν είναι η μόνη παράμετρος που μπορεί να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση του κινδύνου.
Ποιοι πολίτες θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του πνεύμονα στην Ελλάδα; Και ποιες περιοχές της χώρας θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για την εφαρμογή του; Στα δύο αυτά κρίσιμα ερωτήματα επιχείρησε να απαντήσει η κυρία Μαρία Καθαράκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Οικονομικών της Υγείας και Ανάπτυξης Υπηρεσιών στον Τομέα Δημόσιας Υγείας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ.
Η κυρία Καθαράκη παρουσίασε στοιχεία από εργασία που πραγματοποιήθηκε μαζί με την καθηγήτρια ΕΚΠΑ, κυρία Δάφνη Καϊτελίδου και την ομάδα τους, με στόχο τον προσδιορισμό των πληθυσμών υψηλού κινδύνου που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πληθυσμό-στόχο ενός οργανωμένου προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες θέτουν στο επίκεντρο άτομα ηλικίας 50 έως 80 ετών με σημαντικό ιστορικό καπνίσματος, τουλάχιστον 20 πακέτο-έτη, καθώς και πρώην καπνιστές που έχουν διακόψει το κάπνισμα τα τελευταία χρόνια. Στην αξιολόγηση του κινδύνου μπορούν να συνεκτιμηθούν το επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό, γενετικοί παράγοντες, η επαγγελματική έκθεση αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση.

Η διαδρομή των πολιτών μέσα στο σύστημα
Η επιστημονική τεκμηρίωση και η επιλογή των κατάλληλων ομάδων-στόχων αποτελούν, ωστόσο, μόνο την αρχή. Για να αποδώσει ένα οργανωμένο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου, χρειάζεται να διασφαλίζεται και η συνέχεια της φροντίδας, από την πρόσκληση του πολίτη για εξέταση έως τη διερεύνηση ενός ευρήματος και, εφόσον χρειαστεί, τη θεραπεία.
Αυτήν ακριβώς την ανάγκη ανέδειξε η κυρία Δάφνη Καϊτελίδου, καθηγήτρια Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ και πρόεδρος του ΟΔΙΠΥ, η οποία συμμετείχε στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων προτάσεων για ένα πιλοτικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου στην Ελλάδα. Η ίδια συμμετείχε στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων προτάσεων που αφορούν σε πιλοτικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του πνεύμονα στη χώρα μας. Στην προσπάθεια αυτή επιχειρήθηκε η σύνθεση όλης της διαθέσιμης πληροφορίας, όπως οι διαθέσιμες υποδομές, οι επαγγελματίες υγείας, παράγοντες κινδύνου, κ.ο.κ. Ο σχετικός φάκελος αναμένεται να διαβιβαστεί στην ηγεσία του Υπουργείου Υγείας.
Το προσωπικό βίωμα και η σημασία της ενημέρωσης
Την ανάγκη ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του πνεύμονα να συνοδεύεται από ενημέρωση, επαρκείς υποδομές και καθοδήγηση του ασθενούς μέσα στο σύστημα υγείας ανέδειξε η κυρία Κορίνα Πατέλη-Bell, Ιδρύτρια, Πρόεδρος και Διαχειρίστρια της FairLife L.C.C. Με αφετηρία την ασθένεια του συζύγου της, Σάιμον, και την εμπειρία της οργάνωσης από δράσεις ελέγχου και υποστήριξης, υπογράμμισε ότι η εξέταση αποτελεί μόνο την αρχή. Η έγκαιρη αξιολόγηση των ευρημάτων και η πρόσβαση στα επόμενα βήματα της φροντίδας είναι εξίσου κομβικές.
Ερωτηθείσα τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά στην περίπτωση του συζύγου της, η Πρόεδρος της FairLife L.C.C. δεν προεξόφλησε ότι ένας οργανωμένος προσυμπτωματικός έλεγχος θα είχε αλλάξει την πορεία της νόσου. Εξέφρασε, όμως, την ακράδαντη πεποίθηση ότι ο καρκίνος θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί νωρίτερα.
Ποιος θα εντοπίσει τους πολίτες που χρειάζονται προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο του πνεύμονα και ποιος θα τους καθοδηγήσει εάν προκύψει κάποιο εύρημα; Αυτά τα πρακτικά ερωτήματα έθεσε, μεταξύ άλλων, ο κ. Γιώργος Καπετανάκης, Πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου (ΕΛΛΟΚ).
Για τον ίδιο, το κενό βρίσκεται στον συντονισμό: η ενημέρωση, η πρόσβαση στις εξετάσεις και η συνέχεια της φροντίδας πρέπει να λειτουργούν ως μέρη ενός οργανωμένου συστήματος, χωρίς ο ασθενής να αναλαμβάνει μόνος του την διαχείριση της θεραπείας του. «Και για να γίνει αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε από τον άνθρωπο», υπογράμμισε ο κ. Καπετανάκης. Ο πρόεδρος της ΕΛΛΟΚ αναφέρθηκε στην επιστημονική τεκμηρίωση της αξονικής τομογραφίας χαμηλής δόσης για την έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου του πνεύμονα. Έστρεψε, όμως, την προσοχή στις πρακτικές προϋποθέσεις ενός προγράμματος: ποιοι είναι οι πολίτες στους οποίους απευθύνεται, πώς θα εντοπιστούν, αν θα ανταποκριθούν στην πρόσκληση και τι θα συμβεί εάν δεν προσέλθουν. Εξίσου σημαντικό, κατά τον ίδιο, είναι να εκτιμηθεί εάν το σύστημα μπορεί να διαχειριστεί τη ζήτηση και να παρακολουθεί την πορεία όσων συμμετέχουν. Η ανίχνευση ενός ευρήματος δημιουργεί ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση και σύνδεση με τις κατάλληλες υπηρεσίες.
Δείτε το σχετικό βίντεο από το Στρογγυλό Τραπέζι του ygeiamou.gr
Διαβάστε επίσης