Ποιοι πολίτες θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του πνεύμονα στην Ελλάδα; Και ποιες περιοχές της χώρας θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για την εφαρμογή του; Στα δύο αυτά κρίσιμα ερωτήματα επιχείρησε να απαντήσει η κυρία Μαρία Καθαράκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Οικονομικών της Υγείας και Ανάπτυξης Υπηρεσιών στον Τομέα Δημόσιας Υγείας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ, στο Στρογγυλό Τραπέζι του ygeiamou με τίτλο «Καρκίνος του πνεύμονα: Η αξία της έγκαιρης διάγνωσης – Η πρόληψη που σώζει».
Η κυρία Καθαράκη παρουσίασε στοιχεία από εργασία που πραγματοποιήθηκε μαζί με την καθηγήτρια Δάφνη Καϊτελίδου και την ομάδα τους, με στόχο τον προσδιορισμό των πληθυσμών υψηλού κινδύνου που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πληθυσμό-στόχο ενός οργανωμένου προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου στην Ελλάδα.
Ποιοι θεωρούνται υψηλού κινδύνου
Σύμφωνα με όσα ανέφερε η κυρία Καθαράκη, οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες θέτουν στο επίκεντρο άτομα ηλικίας 50 έως 80 ετών με σημαντικό ιστορικό καπνίσματος, τουλάχιστον 20 πακέτα-έτη, καθώς και πρώην καπνιστές που έχουν διακόψει το κάπνισμα τα τελευταία χρόνια. «Η καπνιστική συνήθεια είναι ένα κριτήριο για να θεωρηθεί κάποιος πληθυσμός υψηλού κινδύνου για προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του πνεύμονα», επισήμανε.
Τα «πακέτα-έτη» είναι ένας τρόπος υπολογισμού της συνολικής έκθεσης στο κάπνισμα. Ένα πακέτο-έτος αντιστοιχεί, για παράδειγμα, σε ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα επί έναν χρόνο. Επομένως, 20 πακέτα-έτη μπορεί να σημαίνουν ένα πακέτο την ημέρα επί 20 χρόνια ή δύο πακέτα την ημέρα επί 10 χρόνια.
Το κάπνισμα, ωστόσο, δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Στην αξιολόγηση του κινδύνου μπορούν να συνεκτιμηθούν το επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό, γενετικοί παράγοντες, η επαγγελματική έκθεση αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση.
Ως προς τον τελευταίο παράγοντα, ανέφερε ότι ευρωπαϊκές μελέτες των τελευταίων ετών καταγράφουν συσχέτιση με περιβαλλοντικούς ρύπους, όπως τα αιωρούμενα μικροσωματίδια και το διοξείδιο του αζώτου. «Η επαγγελματική έκθεση είναι ένας κύριος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, όπως και τα περιβαλλοντικά ζητήματα», ανέφερε.
Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλία και Αθήνα στο μικροσκόπιο
Συνδυάζοντας τα διεθνή δεδομένα με τα διαθέσιμα ελληνικά στοιχεία, η ομάδα εξέτασε και ποιες περιοχές θα μπορούσαν ενδεικτικά να αποτελέσουν αφετηρία για ένα πιλοτικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης. «Προτείνουμε ενδεικτικά κάποιες περιοχές στην Ελλάδα όπου θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα πιλοτικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου», εξήγησε η κυρία Καθαράκη.
Μία από αυτές είναι η Δυτική Μακεδονία, λόγω της διαχρονικής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης της περιοχής, σε συνδυασμό με πληθυσμιακά και επιδημιολογικά χαρακτηριστικά. Στη συζήτηση μπαίνει και η Θεσσαλία, με ιδιαίτερη αναφορά στον Βόλο και τη Λάρισα. Η βιομηχανική δραστηριότητα, αλλά και παράγοντες έκθεσης που σχετίζονται με τη χρήση φυτοφαρμάκων, συμπεριλήφθηκαν, σύμφωνα με την κυρία Καθαράκη, στις παραμέτρους που εξετάστηκαν.
Αντίστοιχα, η Αθήνα, και ιδιαίτερα ο Κεντρικός και ο Δυτικός τομέας, θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί κατά τον σχεδιασμό ενός πιλοτικού προγράμματος ως προτεραιότητα, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα για περιβαλλοντική επιβάρυνση και βιομηχανική δραστηριότητα. Η ίδια, πάντως, υπογράμμισε τον ενδεικτικό χαρακτήρα αυτών των προτάσεων, καθώς για τον τελικό σχεδιασμό θα απαιτηθούν περισσότερα δεδομένα και η συνεκτίμηση πολλών διαφορετικών κριτηρίων.

Η κυρία Μαρία Καθαράκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Οικονομικών της Υγείας και Ανάπτυξης Υπηρεσιών στον Τομέα Δημόσιας Υγείας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ (δεξιά) με τη Διευθύντρια Σύνταξης του ygeiamou.gr κυρία Παναγιώτα Καρλατήρα | Photo: Παναγιώτης Κουφαλέξης
Το κόστος της καθυστερημένης διάγνωσης
Κρίσιμη παράμετρος στη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα είναι και το οικονομικό αποτύπωμα στο σύστημα υγείας. Η λογική, όμως, του προσυμπτωματικού ελέγχου είναι ότι η επένδυση αυτή μπορεί στη συνέχεια να αντισταθμιστεί από τη μείωση των δαπανών που απαιτεί η αντιμετώπιση της νόσου όταν διαγνωστεί σε προχωρημένα στάδια.
«Το screening, ο προσυμπτωματικός έλεγχος, έχει ένα κόστος. Έχει ένα εμπροσθοβαρές κόστος, μια δαπάνη, η οποία όμως έρχεται να εξισορροπηθεί με την εξοικονόμηση που υπάρχει στα επόμενα στάδια», τόνισε. «Η έγκαιρη διάγνωση, η διάγνωση στο στάδιο Ι, σε πρώιμα στάδια του καρκίνου του πνεύμονα, μας εξοικονομεί πόρους για το σύστημα υγείας, ώστε να μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε σε άλλες υπηρεσίες υγείας, προς όφελος των πολιτών και της δημόσιας υγείας» πρόσθεσε.
Σύμφωνα με μελέτη εκτίμησης για τα ελληνικά δεδομένα του 2025, την οποία επικαλέστηκε, η έγκαιρη διάγνωση εκτιμάται ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξοικονόμηση περίπου 25 εκατ. ευρώ από τη θεραπευτική δαπάνη στο στάδιο ΙΙΙ. «Αν τα βάλουμε αθροιστικά, έχουμε μια εξοικονόμηση» τονίζει.
Από το κόστος στην επένδυση
Η οικονομική αξία της έγκαιρης διάγνωσης δεν περιορίζεται μόνο στο άμεσο κόστος των θεραπειών. Όσο αργότερα διαγιγνώσκεται η νόσος τόσο πιο σύνθετη γίνεται η θεραπευτική αντιμετώπιση, με επιβάρυνση όχι μόνο για τον ασθενή, αλλά και για τους φροντιστές, την οικογένεια και συνολικά την κοινωνία, σημειώνει η κυρία Καθαράκη.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι η μετατόπιση της διάγνωσης από τα προχωρημένα στα πρώιμα στάδια, όταν υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες θεραπευτικής παρέμβασης. «Υπάρχει μια μετατόπιση της διάγνωσης από τα τελευταία στάδια, πρώιμα, έγκαιρα. Άρα έχουμε τη δυνατότητα να παρέμβουμε. Επενδύουμε στον πληθυσμό με αυτή τη δαπάνη για τον προσυμπτωματικό έλεγχο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπό αυτή την οπτική, το κόστος ενός οργανωμένου προγράμματος screening δεν αποτελεί απλώς μία επιπλέον δαπάνη για το σύστημα υγείας, αλλά μια επένδυση στην πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση. «Είναι μια επένδυση που θα μας φέρει πολύ σύντομα, σε μια πενταετία ή εξαετία, εξοικονόμηση πόρων στο σύστημα υγείας», κατέληξε η κυρία Καθαράκη.
Δείτε το σχετικό βίντεο από το Στρογγυλό Τραπέζι του ygeiamou.gr
Διαβάστε επίσης