*Γράφει η κυρία Ζωή Σιούτη, M.Sc. & M.Ed., PhD(c) Ιατρικής Σχολής Αθηνών είναι Κλινική & Συμβουλευτική Ψυχολόγος Ενηλίκων, Εφήβων & Παιδιών, Πιστοποιημένη εξειδίκευση & Επάρκεια CBT (ΙΕΘΣ & EABCT), ACT (ΙΕΘΣ), EMDR (Ινστιτούτο Τραυματοθεραπείας) & SCHEMA Therapy (ΕΕΘΣ), Μέλος ΕΕΕΣ, Mέλος Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (APA)

H κυρία Ζωή Σιούτη
Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται να ακολουθήσει κανόνες, να περιμένει τη σειρά του, να διαχειριστεί το θυμό του ή να αποδεχθεί ένα «όχι», ακούμε συχνά φράσεις όπως «δεν ακούει κανέναν», «δεν έχει όρια», «κάνει ό,τι θέλει». Και κάπου εδώ τίθεται ένα ερώτημα που χρειάζεται την προσοχή μας: ποιος ο ρόλος του γονέα και ποιος του δασκάλου στην οριοθέτηση ενός παιδιού;
Η απάντηση δεν είναι, ούτε ότι ο ένας βάζει όρια και ο άλλος όχι, ούτε ότι ο εκπαιδευτικός οφείλει να ανέχεται οποιαδήποτε συμπεριφορά. Εξάλλου, το σχολείο χρειάζεται κανόνες, όρια, συνέπεια. Ο εκπαιδευτικός έχει έναν επικουρικό-παιδαγωγικό ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός παιδιού, με την οικογένεια να συνιστά το βασικό πλαίσιο εντός της οποίας το παιδί μαθαίνει από τα πρώτα χρόνια της ζωής του τί σημαίνει κανόνας, όρια και σεβασμός.
Είναι γεγονός ότι ένα παιδί δεν πηγαίνει την πρώτη μέρα της σχολικής του ζωής χωρίς ιστορία. Έχει ήδη μάθει από το σπίτι του πώς λειτουργούν οι διαπροσωπικές σχέσεις. Έχει μάθει εάν το «όχι» ενός ενήλικα είναι όντως όχι ή αν μετά από επιμονή γίνεται «ναι», έχει μάθει αν οι κανόνες ισχύουν σταθερά ή αν είναι πιο ελαστικοί, έχει μάθει αν ένας ενήλικας μπορεί να θέσει όρια χωρίς να χάσει τον έλεγχο. Έτσι, η οριοθέτηση ενός παιδιού δεν είναι απλώς η τεχνική διαχείρισης μιας δύσκολης συμπεριφοράς, αλλά μία μακρόχρονη διαδικασία μάθησης. Οι γονείς είναι οι πρώτοι και σημαντικότεροι φορείς αυτής της διαδικασίας.
Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός δεν έχει καμία ευθύνη. Αντίθετα, έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να θέτει όρια στο σχολικό περιβάλλον. Να λέει «στοπ», να προστατεύει ένα παιδί από επιθετικές συμπεριφορές, να εφαρμόζει τους κανόνες. Η διαφορά λοιπόν ανάμεσα στο γονέα και τον εκπαιδευτικό βρίσκεται στο ρόλο: ο εκπαιδευτικός διαχειρίζεται ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ενώ ο γονέας βρίσκεται δίπλα στο παιδί στην καθημερινότητά του και έχει τη δυνατότητα να χτίσει τις βάσεις της αυτορρύθμισης.
Η επιστήμη της ψυχολογίας είναι σαφής: οι συμπεριφορές που ακολουθούνται από ενίσχυση έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να επαναληφθούν. Συνεπώς, εάν ένα παιδί λαμβάνει περισσότερη προσοχή όταν φωνάζει, διεκδικεί, αρνείται, χτυπάει τους άλλους, ενώ η ήρεμη συμπεριφορά του περνά απαρατήρητη, μπορεί άθελά μας να ενισχύουμε τη συμπεριφορά που προσπαθούμε να περιορίσουμε.
Επομένως, πρέπει να προσέχουμε ποια ακριβώς συμπεριφορά του παιδιού ενισχύουμε και να αναγνωρίζουμε συγκεκριμένα τη συμπεριφορά που θέλουμε να βλέπουμε περισσότερο. Εάν για παράδειγμα θέλουμε να ενισχύσουμε το παιδί να περιμένει τη σειρά του για κάτι, αντί, μόλις δείξει την επιθυμητή συμπεριφορά να του πούμε απλώς «μπράβο», είναι προτιμότερο να του πούμε «μου άρεσε που περίμενες τη σειρά σου χωρίς να διακόψεις». Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι όριο δεν σημαίνει αυταρχισμός. Η σωστή οριοθέτηση συνδυάζει ζεστασιά και αυστηρότητα: λέμε «σε καταλαβαίνω», αλλά ταυτόχρονα λέμε: «αυτό δεν επιτρέπεται». Χρειάζεται να αντέχουμε τη δυσαρέσκεια του παιδιού χωρίς να του ακυρώνουμε το όριο. Εάν δεν αγοράσουμε στο παιδί ένα παιχνίδι, αυτό μπορεί να κλάψει. Η απογοήτευση όμως δεν σημαίνει ότι το όριο ήταν λάθος.
Από την άλλη πλευρά, εάν φωνάξουμε στο παιδί μας μπορεί αυτό να σταματήσει μία ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Εδώ όμως θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα, αφενός, στην άμεση καταστολή μίας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, αφετέρου στην εκμάθηση μίας νέας. Το παιδί με τις φωνές μπορεί να σταματήσει προσωρινά λόγω φόβου ή έντασης, χωρίς όμως να σημαίνει ότι έμαθε τί πρέπει να κάνει την επόμενη φορά. Και εδώ τίθεται ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα: ο ενήλικας που θέτει όρια σε ένα παιδί θα πρέπει να μπορεί να διαχειρίζεται το θυμό του. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν την αυτορρύθμιση επειδή τους την εξηγούμε. Τη μαθαίνουν παρατηρώντας εμάς τους ενήλικες. Αν ένας γονέας λέει στο παιδί του να σταματήσει να φωνάζει ουρλιάζοντας, το μήνυμα που περνάει είναι αντιφατικό. Αντίστοιχα αντιφατικό μήνυμα περνά και ένας εκπαιδευτικός που ζητάει από τους μαθητές να διαχειρίζονται τον εκνευρισμό τους αλλά απαντά με ένταση.
Ο πραγματικός στόχος της οριοθέτησης είναι όχι να έχουμε ένα παιδί που υπακούει επειδή φοβάται, αλλά να έχουμε έναν άνθρωπο που, μεγαλώνοντας, μπορεί να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του ακόμη και όταν κανείς δεν τον παρακολουθεί.
Διαβάστε επίσης
Γονείς, μη διστάζετε να πείτε «όχι» στο παιδί – Γιατί τα όρια είναι απαραίτητα
Εφηβεία: Επιθετικότητα, όρια και τιμωρία – Τι λείπει από τη σχέση γονέων και παιδιών
Οι έφηβοι είναι πολύ θυμωμένοι – Πώς να διαχειριστούν οι γονείς την εφηβική οργή
*Η κυρία Ζωή Σιούτη, M.Sc. & M.Ed., PhD(c) Ιατρικής Σχολής Αθηνών είναι Κλινική & Συμβουλευτική Ψυχολόγος Ενηλίκων, Εφήβων & Παιδιών, Πιστοποιημένη εξειδίκευση & Επάρκεια CBT (ΙΕΘΣ & EABCT), ACT (ΙΕΘΣ), EMDR (Ινστιτούτο Τραυματοθεραπείας) & SCHEMA Therapy (ΕΕΘΣ), Μέλος ΕΕΕΣ, Mέλος Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (APA)