Ένας έφηβος μπαίνει στο Γυμνάσιο και στην τσάντα του δεν κουβαλά μόνο βιβλία. Έχει ήδη μαζί του έναν ολόκληρο δεύτερο κόσμο: Ένα προφίλ, διαδικτυακούς φίλους, followers, φωτογραφίες, σχόλια, likes και μία ψηφιακή φήμη που έχει αρχίσει να χτίζεται πολύ πριν χτυπήσει το κουδούνι της πρώτης ώρας. Και αυτός ο κόσμος δεν μένει μέσα στην οθόνη.
Ο τρόπος που ένας έφηβος συμπεριφέρεται online μπορεί να περάσει στην πραγματική του ζωή, επηρεάζοντας τον τρόπο που δρα, μιλά και αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον κ. Γιώργο Κορμά και την κυρία Μαρία Δαρά, συγγραφείς του βιβλίου «Διανόηση ή Διαδίκτυο – Εκπαιδευτικά Προγράμματα, Παιδαγωγικές Προσεγγίσεις», ένα από τα πρώτα βήματα για γονείς και εκπαιδευτικούς είναι να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι πραγματικά σκέφτεται το παιδί: Ποιες ιδέες έχει διαμορφώσει, ποιες αντιλήψεις υιοθετεί και πώς συμπεριφέρεται.
Οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι οι επιρροές των social media μπορεί να κινούνται στα άκρα, σε μία ηλικία κατά την οποία τα παιδιά και οι έφηβοι δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει ένα ισχυρό αξιακό σύστημα που θα τους επιτρέψει να διαχειρίζονται δύσκολες και περίπλοκες καταστάσεις στον διαδικτυακό κόσμο.
Ένας ενήλικας που δεν απειλεί και δεν εξαφανίζεται
Τι χρειάζεται λοιπόν ένα παιδί όταν κάτι πάει στραβά στην οθόνη του; Οι συγγραφείς δίνουν μία απάντηση που δεν απαιτεί ούτε εφαρμογές ούτε τεχνολογικές γνώσεις: Την αίσθηση της ασφάλειας. Έναν ενήλικα που θα είναι διαθέσιμος όταν τον χρειαστεί. Που θα το προσεγγίσει χωρίς απειλές, αλλά και χωρίς αδιαφορία. Έναν άνθρωπο στον οποίο ο έφηβος θα ξέρει ότι μπορεί να απευθυνθεί εάν βρεθεί αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνος του.
Για να συμβεί αυτό, όμως, η εμπιστοσύνη πρέπει να έχει χτιστεί πριν εμφανιστεί ο κίνδυνος. Και ένα από τα βασικότερα εργαλεία είναι ίσως το απλούστερο: Η συζήτηση.
Η κουβέντα που βγαίνει έξω από την οθόνη
Όχι μόνο κουβέντα για το πόσες ώρες πέρασε το παιδί στο κινητό ή ποια εφαρμογή χρησιμοποιεί. Ο κ. Κορμάς και η κυρία Δαρά προτείνουν συζητήσεις για θέματα που εκτείνονται πολύ πέρα από την τεχνολογία: Γενική παιδεία, δικαιοσύνη, εντιμότητα, φιλία, οικογένεια, κοινωνία, ρατσισμός, σεξουαλικότητα, σεβασμός και όρια.
Μέσα από τέτοιες συζητήσεις, υποστηρίζουν, μπορούν να ενισχυθούν οι γνώσεις, οι αρχές και οι αξίες του παιδιού, αλλά και η κριτική του ικανότητα απέναντι σε όσα συναντά online.
Ο στόχος είναι να πέσει φως στα «σκοτάδια» των κοινωνικών δικτύων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, και να γίνει συνεχώς ένας παραλληλισμός των δύο κόσμων: Αυτό που συμβαίνει στο διαδίκτυο, θα το θεωρούσαμε φυσιολογικό εάν συνέβαινε μπροστά μας στην πραγματική ζωή;
Οι τέσσερις κινήσεις που προτείνουν
Η προσέγγιση των συγγραφέων συμπυκνώνεται σε τέσσερα βήματα:
- Nα παραλληλίζουμε τον πραγματικό με τον διαδικτυακό κόσμο,
- να επισημαίνουμε τους κινδύνους,
- να αναδεικνύουμε αξίες
- και, πάνω απ’ όλα, να κερδίζουμε την εμπιστοσύνη των παιδιών ώστε να στραφούν σε εμάς εάν κινδυνεύσουν.
Το τελευταίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μπροστά σε κινδύνους όπως η επικοινωνία και οι συναντήσεις με αγνώστους, η σεξουαλική παρενόχληση και ο διαδικτυακός εκφοβισμός.
Τα στοιχεία του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου που παραθέτουν στο βιβλίο είναι ανησυχητικά: Ένα στα δύο παιδιά μιλά με αγνώστους στο διαδίκτυο, ένα στα τέσσερα πέφτει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης και ένα στα τρία μεγαλώνει σε περιβάλλον μισαλλοδοξίας.
Όταν το σοκαριστικό παύει να σοκάρει
Υπάρχει όμως και ένας λιγότερο εμφανής κίνδυνος: Όχι μόνο τι βλέπουν τα παιδιά, αλλά τι συνηθίζουν να βλέπουν. Οι συγγραφείς εκφράζουν έντονη ανησυχία για την ανοχή που, όπως υποστηρίζουν, φαίνεται να έχει αναπτυχθεί απέναντι σε συμπεριφορές βίας, μισαλλοδοξίας, προσβολής και υποτίμησης. Παραθέτουν, μάλιστα, στοιχείο σύμφωνα με το οποίο το 53% των παιδιών αδιαφορεί για τη διαδικτυακή του φήμη, συνδέοντάς το με συμπεριφορές όπως η χρήση προσβλητικών εκφράσεων ή η δημοσιοποίηση γυμνών φωτογραφιών.
Η εξοικείωση με τέτοιες συμπεριφορές είναι για τους ίδιους ιδιαίτερα ανησυχητική. Φοβούνται ότι παιδιά και έφηβοι μπορεί σταδιακά να αντιμετωπίζουν την αδικία, τον ρατσισμό ή την παρενόχληση είτε με απάθεια είτε με ακραίες αντιδράσεις.
Στο σημείο αυτό οι συγγραφείς προχωρούν ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η επίδραση των κοινωνικών δικτύων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ατομικής προστασίας των παιδιών, αλλά αγγίζει ευρύτερα την κοινωνία και τη δημοκρατία, καθώς θεωρούν ότι η ανεξέλεγκτη λειτουργία τους μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση αντικοινωνικών συμπεριφορών.
Να γκρεμίσουμε το τείχος πριν υψωθεί
Ο πραγματικός και ο διαδικτυακός κόσμος ενός εφήβου δεν είναι πλέον δύο απολύτως χωριστές ζωές. Η μία περνά μέσα στην άλλη. Γι’ αυτό και η προστασία δεν μπορεί να αρχίζει μόνο όταν εμφανιστεί στην οθόνη ένα επικίνδυνο μήνυμα, ένας άγνωστος ή ένα περιστατικό εκφοβισμού.
Αρχίζει νωρίτερα: Όταν ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός ρωτήσει χωρίς να ανακρίνει, ακούσει χωρίς να απαξιώσει, μιλήσει για αξίες χωρίς να κάνει κήρυγμα και καταφέρει να γίνει ο άνθρωπος στον οποίο ο έφηβος θα στραφεί όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση.
Γιατί το σημαντικότερο «τείχος» που πρέπει να πέσει ίσως δεν βρίσκεται μέσα στο διαδίκτυο. Είναι εκείνο που μπορεί να υψωθεί ανάμεσα στο παιδί και στον ενήλικα που θα μπορούσε να το βοηθήσει.
To βιβλίο «Διανόηση ή διαδίκτυο, Εκπαιδευτικά προγράμματα – παιδαγωγικές προσεγγίσεις» κυκλοφορεί από την ΚΑΠΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.

Διαβάστε επίσης