Αυξάνεται το φορτίο της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου στην Ελλάδα, ενώ η χώρα εμφανίζει υψηλά ποσοστά νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου και χαμηλές επιδόσεις στις μεταμοσχεύσεις νεφρού. Η γήρανση του πληθυσμού και η ανεπαρκής αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου εντείνουν αυτή την κατάσταση, την ώρα που απουσιάζει ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο δράσης για τη νόσο.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτουν από την ελληνική μελέτη «Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs», η οποία αποτυπώνει τις προκλήσεις του Εθνικού Συστήματος Υγείας, αλλά και έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη πολιτικής για την έγκαιρη παρέμβαση στα μη μεταδιδόμενα νοσήματα. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τους Καθηγητές Κώστα Αθανασάκη, Παναγιώτα Ναούμ, Γιάννη Αγοραστό και Ηλία Κυριόπουλο.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έρευνα, η χώρα μας είναι αντιμέτωπη με την αυξανόμενη επιβάρυνση από τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα. Σήμερα, εκτιμάται ότι περίπου το 85% του συνολικού φορτίου νοσηρότητας στη χώρα αποδίδεται σε μη μεταδιδόμενα νοσήματα, ενώ περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα ενήλικες δηλώνουν ότι πάσχουν από κάποια διαγνωσμένη χρόνια πάθηση.

Καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνος, διαβήτης και χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της επιβάρυνσης. Ανάμεσά τους, όμως, υπάρχει μια νόσος που εξακολουθεί να περνά συχνά κάτω από το «ραντάρ»: η Χρόνια Νεφρική Νόσος (ΧΝΝ).

Υψηλά ποσοστά εμφάνισης νεφρικής νόσου τελικού σταδίου

Το φορτίο της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου στην Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά μέσα σε λίγα χρόνια. Τα έτη ζωής προσαρμοσμένα ως προς την αναπηρία (DALYs) αυξήθηκαν από 827 ανά 100.000 κατοίκους το 2014 σε 1.110 το 2021.

Η επίδοση αυτή είναι υπερδιπλάσια του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ανέρχεται σε 548 DALYs ανά 100.000 κατοίκους. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξετάζεται η νεφρική νόσος τελικού σταδίου, καθώς η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών υψηλού εισοδήματος με τα υψηλότερα ποσοστά εμφάνισής της.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με παράγοντες κινδύνου που μπορούν να προληφθούν ή να τροποποιηθούν. Το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η ανθυγιεινή διατροφή, η σωματική αδράνεια και η επιβαρυμένη καρδιαγγειακή υγεία λειτουργούν σωρευτικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης και εξέλιξης της νεφρικής νόσου.

Η νόσος που συχνά εντοπίζεται αργά και το screening του Υπουργείου Υγείας

Παρά το αυξανόμενο φορτίο της, η ΧΝΝ δεν αντιμετωπίζεται, τουλάχιστον μέχρι πρότινος, ως αντίστοιχη προτεραιότητα στη χάραξη πολιτικής υγείας. Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι η ίδια η καταγραφή της νόσου. Η Ελλάδα δεν καταγράφει συστηματικά το στάδιο της ΧΝΝ κατά τη διάγνωση, ενώ δεν παρακολουθούνται σε τακτική βάση βασικές μεταβλητές της νεφρικής λειτουργίας στα ηλεκτρονικά αρχεία των ασθενών, σύμφωνα με τη μελέτη.

Το Υπουργείο Υγείας, πάντως, αναγνωρίζοντας την «κρυφή» απειλή της νεφρικής δυσλειτουργίας για τον ελληνικό πληθυσμό, οργάνωσε ειδικό πρόγραμμα πρόληψης υπό την ομπρέλα του «Προλαμβάνω». Συνολικά, μέχρι την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του «Προλαμβάνω» από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, πραγματοποιήθηκαν 445.904 εργαστηριακές εξετάσεις για την πρόληψη της νεφρικής δυσλειτουργίας, με 40.795 πολίτες να έχουν εντοπιστεί με ευρήματα. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελεί μέρος εκείνου για τα καρδιαγγειακά νοσήματα που συνεχίζεται με εθνικούς πόρους έως το 203ο.

Μέχρι σήμερα, ερευνητικά δεδομένα από την Ελλάδα έχουν καταγράψει καθυστερημένες παραπομπές ασθενών προς εξειδικευμένη νεφρολογική φροντίδα, αλλά και υψηλά ποσοστά αυτοπαραπομπής. Σε πολυκεντρική επιδημιολογική μελέτη, περίπου 44% των ασθενών με ΧΝΝ ταξινομήθηκαν στο Στάδιο 3, ανεξάρτητα από την εξίσωση εκτίμησης της νεφρικής λειτουργίας που χρησιμοποιήθηκε.

Όταν η νόσος φτάνει στο τελικό στάδιο

Για αρκετούς ασθενείς, η εξέλιξη της ΧΝΝ οδηγεί στην ανάγκη θεραπείας νεφρικής υποκατάστασης, δηλαδή αιμοκάθαρσης ή μεταμόσχευσης.

Στην Ελλάδα, η συχνότητα θεραπείας νεφρικής υποκατάστασης εκτιμάται σε 251 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο πληθυσμού, ενώ ο επιπολασμός ανέρχεται σε 1.284 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο πληθυσμού.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η αύξηση μεταξύ των ηλικιωμένων. Στα άτομα άνω των 75 ετών, η συχνότητα έναρξης αιμοκάθαρσης αυξήθηκε από 538 ανά εκατομμύριο το 2001 σε 982 ανά εκατομμύριο το 2019.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν όχι μόνο την ιατρική διάσταση της ΧΝΝ, αλλά και την πίεση που δημιουργεί μια χρόνια θεραπεία υψηλών απαιτήσεων σε ένα σύστημα υγείας που καλείται παράλληλα να ανταποκριθεί σε έναν ολοένα γηραιότερο πληθυσμό.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη στο πεδίο των μεταμοσχεύσεων νεφρού. Η Ελλάδα καταγράφει μόλις 17 μεταμοσχεύσεις νεφρού ανά εκατομμύριο κατοίκων, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει τις 37 ανά εκατομμύριο.

Οι συγγραφείς της έρευνας σημειώνουν την απουσία εθνικού σχεδίου δράσης για τη Χρόνια Νεφρική Νόσο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια ενιαία στρατηγική που να συνδέει την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση, την παρακολούθηση των ασθενών, την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου, τη νεφρική υποκατάσταση και τη μεταμόσχευση.

Διαβάστε επίσης

Θέλετε υγιή νεφρά; Βουρτσίζετε τα δόντια σας, λένε οι επιστήμονες

Με χρόνια νεφρική νόσο 1 στους 10 ενήλικες – Κύρια αιτία θανάτου έως το 2050

Πώς τα sms για τον καρδιαγγειακό έλεγχο εντοπίζουν όσους πρέπει να ελέγξουν βάρος και νεφρά