Η μουριά έχει μακρά ιστορία ως τροφή και ως φυτό της παραδοσιακής ιατρικής. Σήμερα, το επιστημονικό ενδιαφέρον στρέφεται σε ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα: αν οι ενώσεις που περιέχει μπορούν να επηρεάσουν το μικροβίωμα του εντέρου και, μέσω αυτού, πλευρές του μεταβολισμού.

Νέα ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε στο Biomolecules, συγκεντρώνει τα έως τώρα δεδομένα για τη σχέση ανάμεσα στη μουριά, τη λειτουργία του εντέρου και τη μεταβολική υγεία. Σημασία δεν έχει μόνο το φυτό, αλλά και το είδος της μουριάς, το μέρος που χρησιμοποιείται (φύλλα ή καρποί) και ο τρόπος επεξεργασίας του.

Τα φύλλα περιέχουν βιοδραστικές ενώσεις, όπως η 1-δεοξυνοτζιριμυκίνη (DNJ), πολυφαινόλες και πολυσακχαρίτες. Οι καρποί, ιδιαίτερα της μαύρης μουριάς, είναι πλούσιοι σε ανθοκυανίνες καθώς και σε άλλες φαινολικές ενώσεις.

Ορισμένες από τις παραπάνω ουσίες απορροφώνται μερικώς στα πρώτα στάδια της πέψης, ενώ άλλες φτάνουν στο παχύ έντερο, όπου αλληλεπιδρούν με τους μικροοργανισμούς που ζουν εκεί. Το μικροβίωμα, με τη σειρά του, δεν συνδέεται μόνο με την πέψη, αλλά και με τη φλεγμονή, την απορρόφηση ενέργειας και τον μεταβολισμό της γλυκόζης και των λιπιδίων.

Τι δείχνουν οι μελέτες

Σύμφωνα με την παρούσα ανασκόπηση, παρασκευάσματα από φύλλα και καρπούς μουριάς φαίνεται – σε προκλινικές μελέτες – να επηρεάζουν τη σύνθεση ή τη δραστηριότητα του εντερικού μικροβιώματος. Σε ορισμένα πειραματικά μοντέλα καταγράφηκε αύξηση των ωφέλιμων βακτηρίων, καθώς και μεγαλύτερη παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου. Τα τελευταία, παίζουν ρόλο στη λειτουργία του εντερικού «φραγμού» και εμπλέκονται σε διεργασίες που σχετίζονται με τη φλεγμονή και τον μεταβολισμό.

Σε κάποιες από τις αναλύσεις, οι αλλαγές στο μικροβίωμα συνοδεύτηκαν από βελτιώσεις σε δείκτες όπως η ρύθμιση της γλυκόζης, το λιπιδαιμικό προφίλ ή της φλεγμονής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μουριά «θεραπεύει» τις μεταβολικές διαταραχές αλλά δείχνει ότι οι ενώσεις της ενδέχεται να αφήνουν το «αποτύπωμά» τους στις βιολογικές οδούς.

Γιατί έχει σημασία η επεξεργασία

Δεν είναι όλα τα προϊόντα μουριάς ίδια. Η ξήρανση, η ζύμωση και η εκχύλιση – μεταξύ άλλων – διαφοροποιούν τη σύσταση του τελικού σκευάσματος και, επομένως, τη βιολογική του δράση.

Ακόμη και προϊόντα που προέρχονται από το ίδιο μέρος του φυτού είναι πιθανό να μην μοιάζουν. Για παράδειγμα, στα φύλλα, η περιεκτικότητα σε DNJ, πολυφαινόλες και πολυσακχαρίτες εξαρτάται από το είδος, την ωριμότητα, τις συνθήκες καλλιέργειας και την επεξεργασία. Στους καρπούς, η σταθερότητα των ανθοκυανινών μεταβάλλεται από τη θερμοκρασία, το φως και το pH.

Έτσι, τα ευρήματα των μελετών δεν είναι πάντα συγκρίσιμα. Το ερώτημα δεν είναι απλώς αν «η μουριά κάνει καλό», αλλά ποιο είδος, ποιο μέρος του φυτού, ποια σύνθεση και ποια μέθοδος παρασκευής οδηγούν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Το κενό: Το όφελος στους ανθρώπους

Παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα σημερινά δεδομένα έχουν σημαντικούς περιορισμούς. Οι περισσότερες αναλύσεις έχουν πραγματοποιηθεί σε ζωικά μοντέλα ή σε εργαστηριακές συνθήκες, ενώ απουσιάζουν οι καλά σχεδιασμένες κλινικές μελέτες που να αξιολογούν άμεσα την επίδραση παρασκευασμάτων μουριάς στο ανθρώπινο μικροβίωμα.

Υπάρχει και ένα δεύτερο πρόβλημα: σε αρκετές εργασίες δεν περιγράφονται με επαρκή λεπτομέρεια η σύσταση του εκχυλίσματος, οι συνθήκες επεξεργασίας ή ο βαθμός τυποποίησης. Αυτό δυσκολεύει τη σύγκριση των αποτελεσμάτων και δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για το ποιο προϊόν, σε ποια μορφή και σε ποια δόση θα μπορούσε να έχει ουσιαστικό όφελος.

Οπότε, μπορεί μεν η μουριά να διαθέτει βιοδραστικές ενώσεις που αλληλεπιδρούν με το μικροβίωμα και να επηρεάζει μεταβολικές διεργασίες, όμως – προς το παρόν – παραμένει περισσότερο ερευνητική υπόθεση παρά κλινική σύσταση.

Διαβάστε επίσης

Ποια είναι τα καλύτερα φρούτα για την υγεία μας – 9 top επιλογές για καρδιά, έντερο και δέρμα

Θέλετε γερή καρδιά; Τα τρόφιμα που δεν πρέπει να λείπουν από το πιάτο σας

Τα θαυματουργά τρόφιμα που προστατεύουν από τις βλάβες των μικροπλαστικών στην υγεία