Μεσημέρι, η θερμοκρασία έχει χτυπήσει κόκκινο και η ιδέα ενός βαριού γεύματος μοιάζει κάθε άλλο παρά δελεαστική. Αντί για ζεστό φαγητό, πολλοί αναζητούν κάτι δροσερό, ελαφρύ ή απλώς διαπιστώνουν ότι δεν πεινούν όσο συνήθως. Η μειωμένη όρεξη τις ημέρες του καύσωνα δεν είναι τυχαία. Τι ακριβώς συμβαίνει στο σώμα όταν η ζέστη «κόβει» την όρεξη;
Όπως εξηγεί η Dr Lucy Hooper, γενική γιατρός στο Λονδίνο, πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για έναν φυσικό μηχανισμό του οργανισμού, ο οποίος προσπαθεί να διατηρήσει σταθερή την εσωτερική του θερμοκρασία.
Ο εγκέφαλος «κόβει» το σήμα της πείνας
Ο εγκέφαλος διαθέτει εξειδικευμένα νευρικά κύτταρα που αντιλαμβάνονται τις μεταβολές της θερμοκρασίας. Όταν το σώμα υπερθερμαίνεται, τα κύτταρα αυτά μπορούν να στείλουν χημικά μηνύματα που περιορίζουν την όρεξη.
Με απλά λόγια, ο οργανισμός αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται ήδη υπό θερμική πίεση και προσπαθεί να αποφύγει διαδικασίες που θα μπορούσαν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την παραγωγή θερμότητας.
Μία από αυτές είναι και η πέψη. Η κατανάλωση και η επεξεργασία της τροφής αυξάνει προσωρινά την εσωτερική θερμοκρασία του σώματος. Γι’ αυτό, όταν κάνει πολλή ζέστη, είναι φυσιολογικό να μειώνεται η επιθυμία για ένα μεγάλο ή βαρύ γεύμα.
Αλλάζει η κυκλοφορία του αίματος
Στις υψηλές θερμοκρασίες, το σώμα στέλνει περισσότερο αίμα προς το δέρμα, ώστε να ενισχύσει την εφίδρωση και να αποβάλει θερμότητα. Αυτό σημαίνει ότι λιγότερο αίμα κατευθύνεται προσωρινά προς το γαστρεντερικό σύστημα. Η λειτουργία του εντέρου μπορεί έτσι να επιβραδυνθεί, γεγονός που συμβάλλει στη μειωμένη όρεξη. Σε πολύ έντονη ζέστη, ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να εμφανίσουν ακόμη και ήπια ναυτία.
Ρόλο φαίνεται επίσης να παίζουν οι ορμόνες του εντέρου, οι οποίες συμμετέχουν στη ρύθμιση της πείνας και του κορεσμού. Σύμφωνα με την Dr Hooper, η επίδρασή τους μπορεί να γίνεται πιο έντονη στη ζέστη, ιδιαίτερα όταν κάποιος ασκείται σε υψηλές θερμοκρασίες.
Ποιοι επηρεάζονται περισσότερο
Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι είναι περισσότερο ευάλωτοι στις υψηλές θερμοκρασίες και στις επιπτώσεις τους, όπως και τα άτομα με προϋπάρχοντα καρδιολογικά ή αναπνευστικά προβλήματα. Μεγαλύτερη έκθεση έχουν επίσης όσοι εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους ή γυμνάζονται έντονα στη ζέστη.
Ιδιαίτερη προσοχή μπορεί να χρειάζονται και τα άτομα που λαμβάνουν φάρμακα τύπου GLP-1 για τη διαχείριση του βάρους. Καθώς τα φάρμακα αυτά μειώνουν ήδη την όρεξη μέσω της επίδρασής τους στις ορμόνες του εντέρου, η ζέστη μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο την πρόσληψη τροφής.
Τι μπορούμε να κάνουμε όταν δεν πεινάμε
Η ειδικός προτείνει να μεταφέρουμε τα κύρια γεύματα στις πιο δροσερές ώρες της ημέρας, όπως νωρίς το πρωί ή αργότερα το βράδυ. Αντί για ένα μεγάλο γεύμα, μπορεί επίσης να είναι ευκολότερο να καταναλώνουμε μικρότερες ποσότητες πιο συχνά μέσα στην ημέρα.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ενυδάτωση. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να διψάσουμε: H τακτική κατανάλωση νερού βοηθά στην πρόληψη της αφυδάτωσης. Σκούρα ούρα ή σημαντικά μειωμένη ούρηση αποτελούν ενδείξεις ότι ο οργανισμός χρειάζεται περισσότερα υγρά.
Τις ημέρες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, δροσερές τροφές όπως σαλάτες ή φρούτα με υψηλή περιεκτικότητα σε νερό μπορεί να είναι πιο εύκολα ανεκτές από βαριά, πολύ ζεστά γεύματα. Ακόμη κι όταν η όρεξη είναι μειωμένη, όμως, χρειάζεται να διατηρούμε στη διατροφή μας πηγές πρωτεΐνης και υδατανθράκων, ώστε να εξασφαλίζεται επαρκής ενέργεια.
Εάν η μειωμένη όρεξη επιμένει, συνοδεύεται από αδυναμία, δυσκολία στην πρόσληψη επαρκών υγρών ή τροφής, σημαντική μείωση της ούρησης ή επηρεάζει τις καθημερινές δραστηριότητες, η Dr Hooper συνιστά επικοινωνία με γιατρό.
Διαβάστε επίσης
Παγωμένος καφές: Ενυδατώνει ή αφυδατώνει; Τι λέει η επιστήμη
Τα καλύτερα καλοκαιρινά φρούτα για άτομα με διαβήτη – Τι χρειάζεται προσοχή