Την κυκλοφορία ιών, βακτηρίων και άλλων παθογόνων ακόμη και εβδομάδες νωρίτερα από τα παραδοσιακά συστήματα επιτήρησης μπορεί να αποκαλύψει η ανάλυση των λυμάτων των αεροπλάνων, προσφέροντας στους επιστήμονες ένα νέο εργαλείο έγκαιρου εντοπισμού της επόμενης επιδημικής απειλής.
Αυτό έδειξε πιλοτικό πρόγραμμα των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) και της Υπηρεσίας Ασφάλειας Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKHSA), στο πλαίσιο του οποίου αναλύθηκαν δείγματα λυμάτων από πτήσεις μεταξύ δύο διασυνδεδεμένων διεθνών αεροδρομίων.
Οι άνθρωποι ταξιδεύουν για εργασία, διακοπές ή οικογενειακούς λόγους, διασχίζοντας χώρες και ηπείρους. Μαζί τους, όμως, μετακινούνται και οι ιοί και τα βακτήρια που υπάρχουν στον οργανισμό τους, ακόμη και όταν οι ίδιοι δεν εμφανίζουν συμπτώματα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα λύματα των αεροσκαφών μπορούν να συλλέγονται και να αναλύονται συστηματικά, ενισχύοντας την παγκόσμια επιτήρηση των παθογόνων χωρίς να απαιτείται εξέταση των επιβατών και χωρίς να παραβιάζεται η ιδιωτικότητα των ταξιδιωτών ή των αεροπορικών εταιρειών.
«Η παρακολούθηση των αεροπορικών λυμάτων έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει τη διασυνοριακή βιοασφάλεια», σημειώνουν οι ερευνητές.
Παθογόνοι μικροοργανισμοί στα 3 από τα 4 δείγματα
Συνολικά αναλύθηκαν 424 δείγματα, τα οποία συλλέχθηκαν σε διαφορετικές περιόδους μεταξύ Μαρτίου 2024 και Ιανουαρίου 2025, στο πλαίσιο διακρατικής πιλοτικής εφαρμογής διάρκειας περίπου έξι μηνών.
Σχεδόν το 75% των δειγμάτων βρέθηκε θετικό σε τουλάχιστον ένα παθογόνο του αναπνευστικού, όπως ο ιός της γρίπης Α, ο ιός της γρίπης Β, ο SARS-CoV-2 που προκαλεί την COVID-19 και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV).
Πρόκειται για ιδιαίτερα μεταδοτικούς ιούς, οι οποίοι μπορούν να εξαπλωθούν γρήγορα μέσα από τις διεθνείς μετακινήσεις. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανίχνευση των ιών της γρίπης Α, καθώς είναι οι μόνοι ιοί γρίπης που μπορούν να προκαλέσουν πανδημίες. Παράλληλα, περίπου το 72% των δειγμάτων ήταν θετικό σε τουλάχιστον έναν παθογόνο μικροοργανισμό που συνδέεται με γαστρεντερικές λοιμώξεις.
Γιατί τα λύματα των αεροπλάνων είναι πολύτιμα
Τα λύματα των αεροσκαφών περιέχουν συμπυκνωμένα ανθρώπινα απόβλητα και, σε αντίθεση με τα δημοτικά δίκτυα αποχέτευσης, δεν επηρεάζονται από εξωτερικές πηγές, όπως γεωργικές ή βιομηχανικές απορροές.
Σε σύγκριση με τα δημοτικά λύματα, τα δείγματα των αεροσκαφών αντιπροσωπεύουν έναν πιο συγκεκριμένο πληθυσμό ταξιδιωτών και μπορούν να προσφέρουν ένα περισσότερο στοχευμένο σήμα για την παρουσία παθογόνων που ενδιαφέρουν τη δημόσια υγεία.
Η συλλογή τους μπορεί επίσης να γίνεται χωρίς να διαταράσσεται η λειτουργία των αεροδρομίων και χωρίς να χρειάζεται άμεση επαφή με τους ταξιδιώτες. Έτσι, οι επιστήμονες μπορούν να αποκτούν μια συνολική εικόνα για τους ιούς που μετακινούνται μεταξύ χωρών, χωρίς ατομικούς ελέγχους ή καταγραφή προσωπικών δεδομένων.
Η μέθοδος έχει, πάντως, περιορισμούς. Δεν χρησιμοποιούν όλοι οι επιβάτες την τουαλέτα κατά τη διάρκεια της πτήσης, ενώ μπορεί να παραμένουν υπολείμματα από προηγούμενα δρομολόγια στις δεξαμενές των αεροσκαφών. Συνεπώς, τα ευρήματα δεν επιτρέπουν τον ακριβή υπολογισμό του αριθμού των μολυσμένων ταξιδιωτών.
Η διεθνής αεροπορική κίνηση μπορεί να επιταχύνει σημαντικά τη διασπορά ενός παθογόνου, καθώς μεγάλοι αριθμοί ανθρώπων μεταφέρονται σε ελάχιστο χρόνο από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη. Τα αεροδρόμια θα μπορούσαν, επομένως, να μετατραπούν σε πολύτιμα σημεία έγκαιρης επιδημιολογικής επιτήρησης.
Η παραλλαγή που εντοπίστηκε νωρίτερα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η παραλλαγή XEC του κορωνοϊού. Η μελέτη την εντόπισε σε λύματα πτήσεων που προέρχονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο στις 17 Σεπτεμβρίου 2024, τέσσερις εβδομάδες προτού ανιχνευθεί σε δείγματα πτήσεων με προέλευση τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πρώτο κλινικά επιβεβαιωμένο περιστατικό της XEC στις ΗΠΑ είχε καταγραφεί ήδη από τον Ιούλιο του 2024. Ωστόσο, τα δεδομένα από τα λύματα των αεροπλάνων και των κοινοτήτων έδειξαν ότι η ευρεία μετάδοσή της στη χώρα δεν άρχισε πριν από τα μέσα Οκτωβρίου.
Η χρονική αυτή διαφορά επιβεβαιώνει, σύμφωνα με τους ερευνητές, ότι η δειγματοληψία από τα αεροσκάφη μπορεί να αποτυπώσει έγκαιρα τη γεωγραφική πορεία μιας νέας παραλλαγής. Παράλληλα, συμφωνεί με τις ενδείξεις ότι η XEC εμφανίστηκε αρχικά στην Ευρώπη και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ένα παγκόσμιο δίκτυο «αεροδρομίων-φρουρών»
Επόμενος στόχος των επιστημόνων είναι η δημιουργία ενός διεθνούς δικτύου «αεροδρομίων-φρουρών», στα οποία τα λύματα των πτήσεων θα αναλύονται συστηματικά και τα αποτελέσματα θα συνδυάζονται με γονιδιωματική αλληλούχιση και ταχεία ανταλλαγή δεδομένων.
Ένα τέτοιο δίκτυο θα μπορούσε να προσφέρει σχεδόν σε πραγματικό χρόνο έναν χάρτη της πορείας ενός νέου παθογόνου από χώρα σε χώρα.
Οι υγειονομικές αρχές θα είχαν έτσι τη δυνατότητα να αξιολογούν ταχύτερα την εξάπλωση νέων παραλλαγών ή άλλων παθογόνων και να οργανώνουν πιο έγκαιρα στοχευμένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας.
Τα λύματα των αεροπλάνων μπορεί επομένως να εξελιχθούν σε ένα χρήσιμο συμπληρωματικό εργαλείο για την παρακολούθηση της διασυνοριακής κυκλοφορίας παθογόνων. Για να αποδειχθεί, όμως, η πραγματική αξία τους ως παγκόσμιου συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, απαιτούνται μεγαλύτερα δίκτυα, κοινές εργαστηριακές μέθοδοι και ταχεία ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των χωρών.
Διαβάστε επίσης
Αεροπορικά ταξίδια: Τι αλλάζει για παιδιά, εγκύους και χειραποσκευές
Το αξεσουάρ που πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε μαζί μας σε κάθε πτήση – Δεν πάει το μυαλό σας
Πόσο καθαρός είναι ο αέρας σε αεροπλάνα και νοσοκομεία; Έρευνα απαντά