Οι λογαριασμοί που πρέπει να πληρώσουμε μας κρατούν αρκετές νύχτες ξάγρυπνους. Μήπως, όμως, εκτός από τον ύπνο χάνουμε τελικά και το… μυαλό μας; Νέα μελέτη, που παρακολούθησε ανθρώπους για δεκαετίες, απαντά θετικά, καθώς διαπίστωσε ότι το χαμηλό εισόδημα και η αδυναμία κάλυψης βασικών οικονομικών υποχρεώσεων συνδέονται με χειρότερες γνωστικές επιδόσεις στη μέση ηλικία και με μεγαλύτερη εγκεφαλική ατροφία αργότερα στη ζωή.

Τα ευρήματα παρουσιάζει ο Jacques Wels, κύριος ερευνητής στη Μονάδα Δια Βίου Υγείας και Γήρανσης του University College London (UCL) και ερευνητής της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Innovation in Aging, σε άρθρο του στο The Conversation.

Πώς έγινε η μελέτη; 

Οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία από τη βρετανική μελέτη γεννήσεων του 1946, μία από τις μακροβιότερες μελέτες παρακολούθησης πληθυσμού στον κόσμο. «Οι ρίζες της μελέτης ανάγονται στις οικονομικές ανησυχίες της δεκαετίας του 1930, όταν η Μεγάλη Ύφεση έκανε πολλές οικογένειες να αγωνιούν για τα οικονομικά τους και το κόστος ανατροφής των παιδιών. Γι’ αυτό αποτελεί ένα ιδανικό σύνολο δεδομένων για να επανεξεταστούν, δεκαετίες αργότερα, τα ίδια ερωτήματα» σχολιάζει ο ειδικός.

Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 2.759 άτομα, των οποίων το οικογενειακό εισόδημα καταγράφηκε στις ηλικίες των 26, 43 και 53 ετών. Ως επίμονα χαμηλό εισόδημα ορίστηκε η κατάταξη στο χαμηλότερο 20% του δείγματος σε τουλάχιστον δύο από αυτές τις ηλικίες. Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν επίσης αν δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα ή να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές μεταξύ 36 και 53 ετών. Περίπου ένας στους έξι είχε επίμονα χαμηλό εισόδημα, ενώ ένας στους οκτώ αντιμετώπιζε επαναλαμβανόμενη οικονομική δυσχέρεια.

Τι παρατήρησαν οι ερευνητές 

Στα 53 τους χρόνια, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε τεστ λεκτικής μνήμης και ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών. Όπως διαπιστώθηκε, όσοι είχαν βιώσει περισσότερες οικονομικές δυσκολίες παρουσίασαν χαμηλότερες επιδόσεις, ακόμη και όταν οι ερευνητές συνυπολόγισαν το μορφωτικό επίπεδο, τις γνωστικές ικανότητες στην παιδική ηλικία και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στις οποίες είχαν μεγαλώσει.

Σε μικρότερη ομάδα συμμετεχόντων πραγματοποιήθηκαν και απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου στις ηλικίες 69 έως 71 ετών, με παρόμοια αποτελέσματα. Το επίμονα χαμηλό εισόδημα συνδέθηκε με μεγαλύτερη εγκεφαλική συρρίκνωση, έναν δείκτη που σχετίζεται με φτωχότερη εγκεφαλική υγεία. Η συσχέτιση φάνηκε εντονότερη στους άνδρες, σε όσους είχαν μεγαλώσει σε μειονεκτικό περιβάλλον και σε άτομα με αυξημένη γενετική προδιάθεση για νόσο Αλτσχάιμερ.

«Για τους άνδρες αυτής της γενιάς – που γεννήθηκαν το 1946, όταν κυριαρχούσε το πρότυπο του άνδρα ως βασικού οικονομικού υποστηρικτή της οικογένειας – η πίεση να εξασφαλίζουν το εισόδημα του νοικοκυριού πιθανότατα έκανε το οικονομικό στρες ακόμη πιο έντονο» εξηγεί ο ερευνητής. Οι ερευνητές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα βασίστηκαν σε μικρότερες υποομάδες και χρειάζονται περαιτέρω επιβεβαίωση.

Πώς το οικονομικό στρες επηρεάζει τον εγκέφαλο;

Μία πιθανή εξήγηση για την επίδραση αυτή στην εγκεφαλική λειτουργία είναι το χρόνιο στρες, σύμφωνα με τον ειδικό. Η μακροχρόνια ενεργοποίηση των μηχανισμών του στρες μπορεί να αυξήσει τη φλεγμονή και να επιταχύνει διαδικασίες που συνδέονται με τη γήρανση του εγκεφάλου. Μια πιο απλή εξήγηση είναι το ότι η η διαρκής ανησυχία για τα χρήματα καταναλώνει νοητική ενέργεια. Οι συνεχείς υπολογισμοί για λογαριασμούς, χρέη και καθημερινές ανάγκες δημιουργούν ένα επίμονο γνωστικό φορτίο, αφήνοντας λιγότερους νοητικούς πόρους διαθέσιμους για τη μνήμη, τη συγκέντρωση και τη λήψη αποφάσεων.

«Αναγνωρίζουμε ότι η μελέτη μας δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου-αποτελέσματος και ότι τα αποτελέσματα, τα οποία προέρχονται από μία μόνο γενιά Βρετανών ενηλίκων, ενδέχεται να μην ισχύουν αυτούσια για άλλους πληθυσμούς ή χώρες. Ωστόσο, η μακροχρόνια παρακολούθηση των ίδιων ανθρώπων μάς δίνει μια πολύ πιο αξιόπιστη εικόνα από μελέτες που εξετάζουν μόνο μία χρονική στιγμή.

Η οικονομική δυσχέρεια αναγνωρίζεται πλέον ως ένας από τους παράγοντες που, μαζί με την απώλεια ακοής, το κάπνισμα και τη σωματική αδράνεια, μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης στη μεγαλύτερη ηλικία. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η μείωση της χρόνιας οικονομικής πίεσης στους ενήλικες εργάσιμης ηλικίας, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία ζουν, θα μπορούσε να συμβάλει στην προστασία της υγείας του εγκεφάλου και ενδεχομένως να μειώσει τα περιστατικά άνοιας στο μέλλον» καταλήγει ο ερευνητής.

Διαβάστε επίσης

Άνοια: 4 «άγνωστες» μορφές της νόσου που δεν ξεκινούν (πάντα) με απώλεια μνήμης

Δείτε ποια χόμπι προστατεύουν από την άνοια – Αρκεί να τα κάνετε με παρέα!

Το εμβόλιο που θωρακίζει το μυαλό και προστατεύει από την άνοια