Η γονεϊκότητα αποτελεί μια δυναμική διαδικασία που αφορά τη σχέση ανάμεσα στον ενήλικα και το παιδί και συνδέεται με την ανατροφή, την προστασία, την κοινωνικοποίηση και την ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αμερικανίδα κλινική και αναπτυξιακή ψυχολόγος Diana Baumrind περιέγραψε τρεις κλασικούς τύπους γονέων. Ο υποστηρικτικός ή δημοκρατικός γονέας συνδυάζει υψηλή απαιτητικότητα με υψηλή ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού, θέτει σαφή όρια με διάλογο και ενθαρρύνει την αυτονομία. Ο αυταρχικός γονέας χαρακτηρίζεται από αυστηρό έλεγχο, περιορισμένη συναισθηματική ανταπόκριση και χρήση τιμωρίας, ενώ ο επιτρεπτικός γονέας εκδηλώνει υψηλή συναισθηματική διαθεσιμότητα αλλά χαμηλή οριοθέτηση, με αποτέλεσμα την έλλειψη πειθαρχίας και αυτοελέγχου.
Η σύγχρονη οικογένεια έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές. Οι γονείς αποκτούν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία, αντιμετωπίζουν αυξημένες επαγγελματικές απαιτήσεις, διαθέτουν λιγότερο χρόνο για καθημερινή επαφή με τα παιδιά τους και συχνά αναθέτουν μέρος της φροντίδας σε τρίτους. Παράλληλα, η αναβολή της τεκνοποίησης, η ανάπτυξη της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και η εμφάνιση νέων μορφών οικογένειας έχουν μεταβάλει ουσιαστικά το οικογενειακό τοπίο.
Στη σημερινή οικογένεια έχει αλλάξει τόσο η θέση του παιδιού όσο και εκείνη των γονέων. Το παιδί συχνά αποτελεί αντικείμενο έντονης συναισθηματικής επένδυσης, οι επιθυμίες του ικανοποιούνται άμεσα και τα όρια γίνονται λιγότερο σαφή. Ταυτόχρονα, οι γονείς δυσκολεύονται να αναλάβουν τον ηγετικό τους ρόλο, αμφισβητούν διαρκώς τις αποφάσεις τους, επιδιώκουν να λειτουργούν περισσότερο ως φίλοι παρά ως καθοδηγητές και αποφεύγουν τη ματαίωση του παιδιού. Η στάση αυτή ευνοεί τη διατήρηση της ψευδαίσθησης της παντοδυναμίας και δυσχεραίνει την ανάπτυξη της υπευθυνότητας και της αυτορρύθμισης.
Χαρακτηριστική έκφραση αυτών των αλλαγών αποτελεί ο γονέας-ελικόπτερο, ο οποίος παρεμβαίνει συνεχώς σε κάθε πτυχή της ζωής του παιδιού, μικροδιαχειρίζεται τις επιλογές του, αποτρέπει κάθε αποτυχία και επιδιώκει τη διαρκή επιτυχία. Αντίστοιχα, ο υπερπροστατευτικός γονέας εστιάζει κυρίως στην ασφάλεια και προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί από κάθε πιθανό κίνδυνο ή δυσκολία. Παρότι οι δύο μορφές διαφέρουν ως προς το κίνητρο, οδηγούν σε κοινές αναπτυξιακές συνέπειες: περιορίζουν την αυτονομία, μειώνουν την αυτοπεποίθηση, δυσκολεύουν την ανάπτυξη μηχανισμών αντιμετώπισης του άγχους και στερούν από το παιδί την ευκαιρία να μάθει μέσα από τα λάθη του. Η συνεχής γονική παρέμβαση μεταφέρει το μήνυμα ότι το παιδί δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνο του, με αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική του ισορροπία και στη μελλοντική του προσαρμογή.
Οι επαγγελματίες υγείας, και ιδιαίτερα οι παιδίατροι και οι ψυχολόγοι, καλούνται να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα χαρακτηριστικά της γονεϊκής υπερεμπλοκής και να τα διαχειρίζονται με ενσυναίσθηση και σαφή επιστημονική καθοδήγηση. Η επικύρωση της γονεϊκής ανησυχίας, η μη συγκρουσιακή επικοινωνία, η ενίσχυση της συμμετοχής του παιδιού στη συζήτηση και στη λήψη αποφάσεων, η ήπια οριοθέτηση της γονεϊκής παρέμβασης και η ψυχοεκπαίδευση των γονέων αποτελούν βασικά εργαλεία. Στόχος δεν είναι η μείωση της φροντίδας, αλλά η επίτευξη μιας ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία και την αυτονομία, ώστε να ενισχυθεί τόσο η λειτουργική γονεϊκότητα όσο και η ψυχική ανθεκτικότητα του παιδιού.
Σημαντική συμβολή στην υποστήριξη της σύγχρονης οικογένειας προσφέρει το Πρόγραμμα Υποστήριξης Γονεϊκών Ικανοτήτων του ΚΕΔΙΒΙΜ ΕΚΠΑ. Πρόκειται για δομημένο μοντέλο βραχείας συμβουλευτικής 10+1 συναντήσεων, που εκπαιδεύει ειδικούς στην ψυχοεκπαίδευση γονέων παιδιών σχολικής ηλικίας, με στόχο τη διαχείριση δυσκολιών, την ενίσχυση της γονεϊκής λειτουργίας και την ψυχική ενδυνάμωση των παιδιών.
Διαβάστε επίσης
Τι εννοεί πραγματικά το παιδί όταν σας λέει «Είσαι η χειρότερη μαμά στον κόσμο»
Έρχεται ευρωπαϊκό «φρένο» για την πρόσβαση των παιδιών στα social media
«Καταρρέουν» οι γεννήσεις στην Ελλάδα – Μειώθηκαν κατά 44% σε μια 20ετία