*Γράφουν οι:

Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Παιδιατρικής, Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος του Κέντρου Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων (CLEO)

Κλειώ Αργυροπούλου, Εκτελεστική Διευθύντρια Διοίκησης του CLEO

Η συζήτηση για το clawback στη φαρμακευτική πολιτική δεν αφορά πλέον μόνο τη διαχείριση ενός δημοσιονομικού εργαλείου που θεσπίστηκε σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η οποία θέτει συγκεκριμένες προθεσμίες, κανόνες και απαιτήσεις για τη λειτουργία των συστημάτων υγείας και την πρόσβαση των πολιτών στις καινοτόμες θεραπείες.

Το 2012, η εισαγωγή του μηχανισμού αυτόματης επιστροφής φαρμακευτικών δαπανών (clawback) αποτέλεσε μια αναγκαία απάντηση στις πιεστικές δημοσιονομικές συνθήκες της εποχής. Για περισσότερο από μία δεκαετία, ο μηχανισμός συνέβαλε στον έλεγχο της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και στη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας. Ωστόσο, οι συνθήκες που οδήγησαν στη δημιουργία του έχουν πλέον αλλάξει. Η χώρα καλείται σήμερα να προσαρμοστεί σε ένα διαφορετικό ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου η βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας πρέπει να συνδυάζεται με την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία, τη διαφάνεια στη χρηματοδότηση και την ενίσχυση της φαρμακευτικής έρευνας.

Πού βρισκόμαστε σήμερα

Ο μηχανισμός clawback βασίζεται στον καθορισμό ενός ετήσιου ανώτατου ορίου δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Όταν η πραγματική δαπάνη υπερβαίνει το όριο αυτό, η διαφορά επιστρέφεται στο Δημόσιο από τις φαρμακευτικές εταιρείες αναλογικά με το μερίδιό τους στην αγορά. Παρόμοιοι μηχανισμοί εφαρμόζονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ελληνική περίπτωση, όμως, παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς την έκταση και τη διάρκεια εφαρμογής του μέτρου. Σύμφωνα με στοιχεία του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) και της IQVIA, τα τελευταία χρόνια η συνολική συνεισφορά της φαρμακοβιομηχανίας μέσω επιστροφών και εκπτώσεων έχει φθάσει να προσεγγίζει ή ακόμη και να υπερβαίνει τη δημόσια χρηματοδότηση σε ορισμένες κατηγορίες δαπανών.

Την ίδια στιγμή, μόνο περίπου ένα στα πέντε νέα φάρμακα που εγκρίνονται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) είναι διαθέσιμο εγκαίρως στους Έλληνες ασθενείς. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν απλώς δείκτες της σημερινής κατάστασης. Αποτελούν προειδοποιητικά σήματα για την ανάγκη ενός νέου μοντέλου χρηματοδότησης που θα διασφαλίζει τόσο τη βιωσιμότητα του συστήματος όσο και την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες.

Η ευρωπαϊκή προθεσμία του 2028

Η μεγαλύτερη μεταβλητή των επόμενων ετών δεν είναι δημοσιονομική αλλά θεσμική. Το νέο Φαρμακευτικό Πακέτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προωθείται ως η σημαντικότερη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής πολιτικής των τελευταίων δύο δεκαετιών, εισάγει ένα νέο πλαίσιο για τη διαθεσιμότητα φαρμάκων, την πρόσβαση των ασθενών, τις διαδικασίες αποζημίωσης και τη συνολική λειτουργία της αγοράς.

Ο Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος του CLEO, Θεοκλής Ζαούτης

Η Εκτελεστική Διευθύντρια Διοίκησης του CLEO, Κλειώ Αργυροπούλου

Η εναρμόνιση των κρατών-μελών αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2028, γεγονός που καθιστά αναγκαία την έγκαιρη προσαρμογή των εθνικών πολιτικών. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος χρηματοδότησης του φαρμάκου δεν μπορεί πλέον να αναβάλλεται.

Παράλληλα, οι διεθνείς εξελίξεις στην τιμολόγηση και την πρόσβαση στα καινοτόμα φάρμακα αναδεικνύουν πρόσθετες προκλήσεις. Η  χώρα παραμένει μεταξύ των αγορών με τις χαμηλότερες τιμές στα πατενταρισμένα φάρμακα, ενώ η θέση της στην ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα απαιτεί μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και στρατηγικό σχεδιασμό.

Οι επιλογές πολιτικής για την επόμενη ημέρα

Η διεθνής εμπειρία και οι ευρωπαϊκές εξελίξεις αναδεικνύουν τέσσερις βασικές επιλογές πολιτικής:

Η πρώτη είναι η διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος με περιορισμένες παρεμβάσεις. Πρόκειται για μια επιλογή που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη. Με μέσους συντελεστές clawback που φθάνουν το 58% και το 75,5% στα νοσοκομειακά φάρμακα, το σημερινό μοντέλο εμφανίζει περιορισμένη προβλεψιμότητα και αυξανόμενη απόκλιση από τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.

Η δεύτερη επιλογή αφορά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του clawback προς τα επίπεδα που συναντώνται στην υπόλοιπη Ευρώπη, σε συνδυασμό με αύξηση των διαθέσιμων προϋπολογισμών. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως αναγκαστικό μεταβατικό στάδιο, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει από μόνη της τις δομικές αιτίες του προβλήματος.

Η τρίτη επιλογή είναι η μετάβαση σε συμφωνίες επιμερισμού κινδύνου που βασίζονται στην αξία των θεραπειών και στα πραγματικά αποτελέσματα για τους ασθενείς. Το μοντέλο αυτό κερδίζει συνεχώς έδαφος στην Ευρώπη, καθώς συνδυάζει προβλεψιμότητα δαπανών, πρόσβαση στην καινοτομία και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.

Τέλος, η τέταρτη και πλέον ολοκληρωμένη προσέγγιση περιλαμβάνει μια συνολική αναθεώρηση του τρόπου χρηματοδότησης της φαρμακευτικής περίθαλψης, με δυναμική σύνδεση προϋπολογισμών και πραγματικών αναγκών, ενίσχυση της αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας (HTA) και δημιουργία ειδικών μηχανισμών χρηματοδότησης της καινοτομίας.

Η μεταρρύθμιση ως υποχρέωση και ευκαιρία

Η συζήτηση για το clawback συχνά παρουσιάζεται ως αντιπαράθεση μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και πρόσβασης στην καινοτομία. Στην πραγματικότητα, το ζητούμενο είναι η εξεύρεση ενός νέου σημείου ισορροπίας που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ασθενών, στις δυνατότητες του κράτους και στις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας.

Η προθεσμία του 2028 δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη ευρωπαϊκό σταθμό συμμόρφωσης. Αποτελεί το χρονικό ορόσημο έως το οποίο η Ελλάδα καλείται να διαμορφώσει ένα σύγχρονο και βιώσιμο πλαίσιο φαρμακευτικής πολιτικής. Η σταδιακή μείωση της εξάρτησης από το clawback, η ενίσχυση των μηχανισμών αξιολόγησης και η υιοθέτηση πιο σύγχρονων μοντέλων αποζημίωσης δεν συνιστούν μόνο μεταρρυθμιστικές επιλογές. Αποτελούν προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών στις θεραπείες του μέλλοντος και για την ουσιαστική εναρμόνιση της χώρας με το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Διαβάστε επίσης

Ποιοι Ευρωπαίοι περιμένουν τρία χρόνια για νέα φάρμακα και ποιοι 56 ημέρες – Η κατάσταση στην Ελλάδα

Σπάνια νοσήματα: Τι αλλάζει στην πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες

Έχουμε τα καινοτόμα φάρμακα που χρειάζονται οι ασθενείς – Τι λέει ο ΓΓ Άρης Αγγελής για την πρόσβαση σε νέες θεραπείες