Από το Βαρβάκειο σχολείο έως την Εθνική Ακαδημία Εφευρετών των ΗΠΑ, η πορεία της κυρίας Ελίζας Κονοφάγου είναι μια διαδρομή επιστημονικής επιμονής και καινοτομίας. Εδώ και δύο δεκαετίες η Ελληνίδα καθηγήτρια Βιοϊατρικής Τεχνολογίας στη Σχολή Μηχανικών & Εφαρμοσμένων Επιστημών του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης εστιάζει στην ανάπτυξη καινοτόμων εφαρμογών των υπερήχων στην ιατρική και επιχειρεί να λύσει ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της επιστήμης της: πώς μπορούν οι γιατροί να μεταφέρουν αποτελεσματικές θεραπείες μέσα στον εγκέφαλο, ξεπερνώντας τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, το φυσικό του αμυντικό σύστημα.

Η ερευνητική διαδρομή της κυρίας Κονοφάγου αναγνωρίστηκε πρόσφατα με την εκλογή της στην Τάξη των Fellows 2025 της Εθνικής Ακαδημίας Εφευρετών των ΗΠΑ (National Academy of Inventors – NAI), ενός από τους σημαντικότερους θεσμούς αναγνώρισης της καινοτομίας και της εφευρετικότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η διάκριση αυτή απονέμεται σε επιστήμονες των οποίων οι κατοχυρωμένες εφευρέσεις έχουν  οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο και επιβεβαιώνει την ικανότητά της να μετατρέπει μια ιδέα του εργαστηρίου σε τεχνολογία με πραγματική προοπτική να βελτιώσει τη ζωή των ασθενών. Σε μια τελετή που πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουνίου 2026 στο Dolby Ballroom του Λος Άντζελες, η Ελίζα Κονοφάγου εντάχθηκε επίσημα στην Τάξη των Fellows 2025 της National Academy of Inventors (NAI), επισφραγίζοντας μια διεθνή αναγνώριση για το έργο και τις εφευρέσεις της.

Σε μια τελετή που πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουνίου 2026 στο Dolby Ballroom του Λος Άντζελες, η Ελίζα Κονοφάγου εντάχθηκε επίσημα στην Τάξη των Fellows 2025 της National Academy of Inventors (NAI). Aριστερά της βρίσκεται ο Paul R. Sanberg, καθηγητής Ιατρικής, Μηχανικής και Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Φλόριντα και πρόεδρος της Εθνικής Ακαδημίας Εφευρετών των ΗΠΑ (National Academy of Inventors). Δεξιά της, ο Dr. Sethuraman Panchanathan, πρώην Διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Επιστημών των ΗΠΑ (NSF), καθηγητής Τεχνολογίας και Καινοτομίας στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα

«Σημαντική αλλά και αναπάντεχη» χαρακτηρίζει η ίδια τη διάκριση αυτή, μιλώντας στο ΘΕΜΑ. Σημειωτέον ότι η Ελληνίδα ερευνήτρια είναι ήδη μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής (National Academy of Medicine).

«Είναι μια σημαντική διάκριση που αναγνωρίζει την επινόηση αλλά και εκτέλεση επιστημονικών ιδεών. Ήταν όμως και μια αναπάντεχη διάκριση. Ως επιστήμονας στη βιοϊατρική τεχνολογία ο μεγαλύτερος στόχος μου είναι να βελτιωθεί η περίθαλψη των ασθενών. Για να κατορθωθεί όμως ο στόχος αυτός, πρέπει να εφευρεθεί μια καινούρια μέθοδος και ταυτόχρονα να αποδειχθεί ότι μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία. Οπότε η διάκριση αυτή αναγνωρίζει ουσιαστικά το μέσο που οδηγεί στον τελικό στόχο» λέει η κυρία Κονοφάγου στο ΘΕΜΑ.

Η μάχη με το «τείχος» του εγκεφάλου

Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός είναι από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της νευρολογίας. Πρόκειται για ένα βιολογικό φράγμα που προστατεύει τον εγκέφαλο από τοξίνες, μικρόβια και βλαπτικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα όμως μπλοκάρει και τα περισσότερα φάρμακα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ, νόσο Πάρκινσον, εγκεφαλικούς όγκους ή άλλες νευρολογικές παθήσεις.

Για δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να τον διαπεράσει με ασφάλεια. Η κυρία Κονοφάγου με την ομάδα της έχει επικεντρωθεί στους εστιακούς υπερήχους. Χρησιμοποιώντας ηχητικά κύματα υψηλής ακρίβειας, ανέπτυξε μια μέθοδο που επιτρέπει το προσωρινό και ελεγχόμενο άνοιγμα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού χωρίς χειρουργική επέμβαση. Έτσι δημιουργείται ένα μικρό «παράθυρο» μέσα από το οποίο μπορούν να περάσουν φάρμακα, βιολογικοί παράγοντες και γονιδιακές θεραπείες που μέχρι σήμερα δεν είχαν πρόσβαση στον εγκέφαλο. Η τεχνολογία αυτή οδήγησε σε ιστορικά ορόσημα, μεταξύ των οποίων και οι πρώτες εφαρμογές σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ, αλλά και πιο πρόσφατα σε παιδιά με δύσκολους όγκους εγκεφάλου.

«Η μέθοδος βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστικό επίπεδο με την τελευταία εφαρμογή να είναι στον παιδικό καρκίνο. Έχουμε αποδείξει την ασφάλεια της μεθόδου σε ασθενείς, που είναι ένα σημαντικό αλλά πολύ αρχικό βήμα. Το μεγάλο «άλμα» είναι τώρα η απόδειξη αποτελεσματικής θεραπείας που απαιτεί βεβαίως πολύ μεγαλύτερες μελέτες και συγκρίσεις με τις τωρινές θεραπείες για να αποδείξει την αξία της μεθόδου» λέει.

Ωστόσο, η απόσταση από το εργαστήριο στην καθημερινή κλινική πράξη είναι μεγάλη. Στο ερώτημα πόσο κοντά είμαστε στο να δούμε αυτή τη θεραπεία να εφαρμόζεται ευρύτερα σε ασθενείς με εγκεφαλικούς όγκους ή νευροεκφυλιστικές νόσους όπως το Αλτσχάιμερ και το Πάρκινσον, η απάντηση της ερευνήτριας είναι άμεση και σύντομη: «Είμαστε δυστυχώς αρκετά μακρυά διότι πρέπει να ολοκληρωθούν οι κλινικές μελέτες που θα αποδείξουν (αν αποδείξουν) ότι η μέθοδος των εστιακών υπερήχων, με ή χωρίς το φάρμακο, είναι πιο αποτελεσματική από τα φάρμακα που είναι ήδη διαθέσιμα για αυτούς τους ασθενείς» αναφέρει.

Η μεγάλη ελπίδα για τις νόσους Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον

Το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο της έρευνας της ομάδας της καθηγήτριας Κονοφάγου αφορά τις νευροεκφυλιστικές νόσους. Εξετάζουν διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις που μέχρι σήμερα σκοντάφτουν στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η γονιδιακή θεραπεία, μία από τις πιο πολλά υποσχόμενες τεχνολογίες της σύγχρονης ιατρικής.
«Η θεραπεία αυτή θα βοηθήσει τους νευρώνες να παράγουν τις νευροτροφικές πρωτεΐνες που σταματούν να παράγονται όταν ξεκινά ο εκφυλιστικός τους κύκλος» εξηγεί.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι ένα εύρημα που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια από το εργαστήριό της. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι οι εστιακοί υπέρηχοι ίσως δεν λειτουργούν μόνο ως «όχημα» μεταφοράς φαρμάκων. Ενδέχεται να έχουν και δική τους θεραπευτική δράση. «Εξετάζουμε επίσης το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο των εστιακών υπερήχων χωρίς φάρμακο επειδή έχουμε δει ότι μπορεί να δημιουργήσει νευρογένεση στον ιππόκαμπο, την περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη και επηρεάζεται καθοριστικά στη νόσο Αλτσχάιμερ. Ευελπιστούμε, λοιπόν, να χρησιμοποιούμε στο μέλλον έναν συνδυασμό των υπερήχων με φάρμακα για να μπορέσουμε να βάλουμε τουλάχιστον ένα φρένο στις ασθένειες αυτές. Αλλά εκτιμώ ότι θα χρειαστούν ακόμα 5 με 10 χρόνια μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο» λέει.

Καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μετασχηματίζει ήδη την ανάπτυξη νέων φαρμάκων και τον σχεδιασμό κλινικών μελετών, τίθεται το ερώτημα αν η νέα αυτή τεχνολογία μπορεί να επιταχύνει και τις ανακαλύψεις στον χώρο των νευροεπιστημών. Η κυρία Κονοφάγου αναγνωρίζει τη μεγάλη αλλαγή, αλλά επισημαίνει πως πρέπει να διατηρούνται αποστάσεις. «Η Τεχνητή Νοημοσύνη διευκολύνει και επιταχύνει πολλές διαδικασίες στις κλινικές μελέτες και την ανάπτυξη φαρμάκων. Όμως στον εγκέφαλο εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά που δεν γνωρίζουμε, άρα και στις νόσους που συνδέονται με αυτόν. Η Τεχνητή Νοημοσύνη (όπως και η ανθρώπινη) φτάνει σε κάποιο όριο που πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να το αναγνωρίζουμε» σημειώνει.

Το στοίχημα της εφαρμογής των υπερήχων στην Ελλάδα

Η εκλογή της κυρίας Κονοφάγου στην Εθνική Ακαδημία Εφευρετών των ΗΠΑ αποτελεί μια ακόμη κορυφή σε μια διαδρομή που ξεκίνησε πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από τις αίθουσες της Βαρβακείου. Αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή το 1989 και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης Βιοφυσική και Φυσικοχημεία. Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στη Βιοϊατρική Τεχνολογία στο Imperial College του Λονδίνου και διδακτορικό στη Βιοϊατρική Τεχνολογία στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον στο Τέξας, το οποίο και ολοκλήρωσε το 1999. Από το 1999 ως το 2003 η Δρ Κονοφάγου ακολούθησε μεταδιδακτορικές σπουδές στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, όπου έλαβε θέση λέκτορα. Το 2003 εξελέγη επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Βιοϊατρικής Τεχνολογίας της Σχολής Μηχανικών και Εφαρμοσμένων Επιστημών, όπως και στο Τμήμα Ακτινολογίας του Κολούμπια, και από το 2014 είναι τακτική και επίτιμη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, όπου διευθύνει το Εργαστήριο Υπερήχων και Ελαστικής Απεικόνισης.

Η σύνδεσή της με την Ελλάδα παραμένει ισχυρή. Η ίδια επιστρέφει τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο στην Ελλάδα, με την οικογένειά της – τον σύζυγό της, κ. Σίμο Συμεωνίδη, μοριακό γενετιστή και επενδυτή στο χώρο της βιοτεχνολογίας, και τα δύο παιδιά τους, τον 15χρονο Φίλιππο και τον 13χρονο Άρη – και διατηρεί ερευνητικές συνεργασίες.

Η πιο προσωπική φιλοδοξία της Ελληνίδας επιστήμονα αφορά πλέον την πατρίδα της. Η ομάδα της βρίσκεται κοντά στο να φέρει την τεχνολογία των εστιακών υπερήχων και στην Ελλάδα. «Έχουμε ξεκινήσει μια πολύ σημαντική προσπάθεια να φέρουμε το μηχάνημα στην Ελλάδα και να αρχίσουμε κλινικές μελέτες. Το ενδιαφέρον είναι πλέον πολύ μεγαλύτερο από ό,τι στο παρελθόν. Ελπίζουμε ότι μέσα στα επόμενα δύο έως τρία χρόνια θα μπορέσουμε να ξεκινήσουμε συνεργασίες με ελληνικά νοσοκομεία που διαθέτουν τις κατάλληλες προδιαγραφές» λέει.

Ο στόχος της παραμένει σταθερός: η μετάφραση της καινοτομίας σε θεραπεία και η δυνατότητα ώστε η τεχνολογία των εστιακών υπερήχων να βρει τον δρόμο της από τα εργαστήρια του Κολούμπια έως τους ασθενείς — και στην Ελλάδα.

Διαβάστε επίσης

Νόσος Αλτσχάιμερ: Έλληνες φοιτητές πολεμούν την ασθένεια με ενδοφλέβια θεραπεία και κερδίζουν το χρυσό σε διεθνή διαγωνισμό του ΜΙΤ

Έρευνα και έγκαιρη διάγνωση δίνουν ελπίδα για τους παιδιατρικούς όγκους εγκεφάλου

Ογκολογικοί ασθενείς: Πώς ωφελούνται από την ανάλυση του DNA των όγκων