Η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση αποτελεί μία χρόνια, προοδευτική και σοβαρή διάμεση πνευμονοπάθεια, η οποία οδηγεί σταδιακά σε ουλοποίηση του πνευμονικού ιστού και επιδείνωση της αναπνευστικής λειτουργίας. Παρά τη σοβαρότητά της, τα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα για χώρες όπως η Ελλάδα παραμένουν περιορισμένα.
Σε αυτό το κενό γνώσης επιχειρεί να απαντήσει νέα ελληνική αναδρομική μελέτη παρατήρησης, η οποία εξέτασε τις τάσεις στον ετήσιο επιπολασμό και την ετήσια επίπτωση της φαρμακολογικά θεραπευόμενης ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης στην Ελλάδα, κατά την πενταετία 2019-2023.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την κυρία Γεωργία Κουρλαμπά, Επίκουρη Καθηγήτρια Νοσηλευτικής Δημόσιας Υγείας – Πρόληψης στο Τμήμα Νοσηλευτικής ΕΚΠΑ, αξιοποίησαν στοιχεία από την Εθνική Βάση Δεδομένων Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης της ΗΔΙΚΑ, αντλώντας δεδομένα για συνταγές αντιινωτικών φαρμάκων που εκτελέστηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2019 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2023. Συγκεκριμένα, η ανάλυση αφορούσε τα δύο αντιινωτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου, την πιρφενιδόνη και τη νιντεδανίμπη. Η διάγνωση της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης βασίστηκε στους σχετικούς κωδικούς ICD-10 που συνόδευαν τις συνταγές, ενώ τα πληθυσμιακά δεδομένα προήλθαν από την απογραφή του 2021.
Ποιοι ασθενείς επηρεάζονται περισσότερο
Συνολικά, η μελέτη συμπεριέλαβε 2.583 ασθενείς με διάγνωση ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης. Η πλειονότητα (74,2%) ήταν άνδρες, ενώ η νόσος αφορούσε κυρίως σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας – το 84,5% των ασθενών ήταν άνω των 66 ετών. Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση εμφανίζεται συχνότερα σε ηλικιωμένους άνδρες, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αυξημένης κλινικής εγρήγορσης σε αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες.
Αύξηση του επιπολασμού στην πενταετία
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι ετήσιοι δείκτες επιπολασμού παρουσίασαν αυξητική τάση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης. Ο μέσος ετήσιος επιπολασμός υπολογίστηκε σε 14,4 περιστατικά ανά 100.000 πληθυσμού.
Αντίστοιχα, η μέση ετήσια επίπτωση της νόσου -δηλαδή τα νέα περιστατικά που καταγράφονται κάθε χρόνο- ανήλθε σε 4,6 περιστατικά ανά 100.000 πληθυσμού.
Αν και το ημερολογιακό έτος δεν φάνηκε αρχικά να συνδέεται σημαντικά με τον επιπολασμό ή την επίπτωση της νόσου, η συσχέτιση έγινε στατιστικά σημαντική μετά την προσαρμογή των αναλύσεων ως προς την ηλικία, το φύλο και την περιοχή κατοικίας.
Γεωγραφικές ανισότητες στην κατανομή της νόσου
Ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης αφορά στις περιφερειακές διαφοροποιήσεις. Οι ερευνητές παρατήρησαν υψηλότερα ποσοστά επιπολασμού και επίπτωσης σε λιγότερο αστικές περιοχές της χώρας. Η διαπίστωση αυτή ενδέχεται να σχετίζεται με διαφορές σε περιβαλλοντικούς, επαγγελματικούς ή υγειονομικούς παράγοντες, χωρίς ωστόσο η μελέτη να μπορεί να αποδείξει αιτιώδη σχέση. Παρ’ όλα αυτά, αναδεικνύει την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης των γεωγραφικών διαφορών και της πρόσβασης στη διάγνωση και τη θεραπεία.
Το συμπέρασμα των ερευνητών
Οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τη μελέτη ως την πιο αντιπροσωπευτική μέχρι σήμερα για την επιδημιολογία της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης στην Ελλάδα. Η αξιοποίηση πραγματικών δεδομένων από την ηλεκτρονική συνταγογράφηση προσφέρει μια σημαντική εικόνα για το φορτίο της νόσου στη χώρα.
Αν και η μελέτη αφορά σε ασθενείς που έλαβαν φαρμακολογική αγωγή και, επομένως, αποτυπώνει τη φαρμακολογικά θεραπευόμενη νόσο, προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για την πραγματική επιβάρυνση της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης στην Ελλάδα και θέτει τη βάση για περαιτέρω έρευνα και καλύτερο σχεδιασμό φροντίδας.
Τα ευρήματα μπορούν να συμβάλουν στον καλύτερο σχεδιασμό πολιτικών υγείας, τόσο ως προς τη θεραπευτική διαχείριση των ασθενών, όσο και ως προς την ανάπτυξη στρατηγικών πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και πιθανής στοχευμένης παρακολούθησης πληθυσμών υψηλότερου κινδύνου.
Διαβάστε επίσης
Δύο ειδικοί μιλούν για την πιο «άγνωστη-γνωστή» αναπνευστική νόσο που αφορά 50.000 συμπολίτες μας
Ανησυχητικό το πόσο γρήγορα επηρεάζουν οι ατμοσφαιρικοί ρύποι μυαλό και πνεύμονες