Έντονο προβληματισμό στην επιστημονική και ιατρική κοινότητα προκαλεί στις ΗΠΑ η νέα παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στο πρόγραμμα παιδικού εμβολιασμού. Το εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος στις 10 Αυγούστου προωθεί λιγότερους καθολικά συνιστώμενους εμβολιασμούς, μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα μεταξύ των εμβολίων και χωριστή χορήγηση των εμβολίων κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς, αντί του συνδυασμένου MMR.

Οι πρώτες αντιδράσεις από μεγάλους επιστημονικούς φορείς είναι ισχυρές. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) υπερασπίζεται τα επιστημονικά τεκμηριωμένα εμβολιαστικά προγράμματα, ενώ η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής (AAP) και άλλοι εκπρόσωποι της ιατρικής κοινότητας προειδοποιούν ότι οι αλλαγές δεν συνοδεύονται από νέα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι θα κάνουν ασφαλέστερο τον εμβολιασμό των παιδιών.

Το ερώτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο εάν τα παιδιά θα κάνουν περισσότερα ή λιγότερα εμβόλια. Οι ειδικοί εστιάζουν σε κάτι πολύ πιο πρακτικό: Tι συμβαίνει όταν αλλάζει ένα πρόγραμμα σχεδιασμένο ώστε τα παιδιά να αποκτούν προστασία από συγκεκριμένες λοιμώξεις ακριβώς στις ηλικίες κατά τις οποίες τη χρειάζονται περισσότερο;

Τι αλλάζει στις ΗΠΑ

Με το νέο διάταγμα, η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να περιορίσει το βασικό πρόγραμμα σε εμβολιασμούς έναντι 11 νοσημάτων, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο οι ΗΠΑ θα πλησιάσουν τις πρακτικές άλλων ανεπτυγμένων χωρών.

Παράλληλα, προωθείται η μεγαλύτερη χρονική απόσταση μεταξύ ορισμένων εμβολιασμών και η πραγματοποίησή τους σε διαφορετικές ιατρικές επισκέψεις.

Ιδιαίτερη συζήτηση έχει προκαλέσει η οδηγία για το MMR, το εμβόλιο που προσφέρει συνδυασμένη προστασία από ιλαρά, παρωτίτιδα και ερυθρά. Το διάταγμα ζητά να εξεταστεί η χωριστή χορήγηση των τριών εμβολίων.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι ότι δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι το «σπάσιμο» των εμβολιασμών ή η μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ των δόσεων προσφέρουν καλύτερη προστασία ή μεγαλύτερη ασφάλεια στα παιδιά.

ΠΟΥ: Τα προγράμματα δεν είναι ένας αυθαίρετος αριθμός εμβολίων

Η πρώτη μεγάλη διεθνής αντίδραση ήρθε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο οποίος υπερασπίστηκε τα υπάρχοντα επιστημονικά τεκμηριωμένα προγράμματα ανοσοποίησης.

Ο εκπρόσωπος του ΠΟΥ Ταρίκ Γιασάρεβιτς (Tarik Jašarević) υπογράμμισε ότι οι συστάσεις του Οργανισμού βασίζονται στην επιστήμη και σε περισσότερα από 60 χρόνια έρευνας και παρακολούθησης.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο χρόνος χορήγησης κάθε εμβολίου δεν επιλέγεται τυχαία. Οι επιστήμονες εξετάζουν σε ποια ηλικία ένα παιδί διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο από μία συγκεκριμένη λοίμωξη, πότε μπορεί να αναπτύξει αποτελεσματική ανοσολογική απόκριση και πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η προστασία του την κατάλληλη στιγμή, όπως μεταδίδει το Reuters.

Ο ΠΟΥ επισημαίνει επίσης ότι τα εθνικά εμβολιαστικά προγράμματα δεν μπορούν να συγκρίνονται μόνο με βάση τον αριθμό των εμβολίων. Κάθε χώρα λαμβάνει υπόψη τη δική της επιδημιολογική εικόνα, την κυκλοφορία των λοιμώξεων, τις ανάγκες του πληθυσμού και τη λειτουργία του συστήματος υγείας της.

Οι παιδίατροι προειδοποιούν για κενά προστασίας

Ιδιαίτερα έντονη είναι η αντίδραση της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής, η οποία διατηρεί διαφορετικές συστάσεις για τον εμβολιασμό των παιδιών, σύμφωνα με το Associated Press. Η βασική ένσταση των παιδιάτρων είναι ότι δεν έχουν παρουσιαστεί νέα επιστημονικά δεδομένα που να δικαιολογούν μια τόσο σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο προστατεύονται τα παιδιά από λοιμώδη νοσήματα.

Ένας από τους μεγαλύτερους προβληματισμούς αφορά το λεγόμενο spacing out, δηλαδή τη μεγαλύτερη χρονική απόσταση μεταξύ των εμβολιασμών. Ένα παιδί που θα μπορούσε να λάβει περισσότερα εμβόλια κατά την ίδια επίσκεψη ενδέχεται πλέον να χρειάζεται να επιστρέψει επανειλημμένα στον παιδίατρο. Αυτό σημαίνει περισσότερα ραντεβού, μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα μέχρι να ολοκληρωθεί ο εμβολιασμός και, δυνητικά, μεγαλύτερες περίοδοι κατά τις οποίες παραμένει ευάλωτο σε συγκεκριμένες λοιμώξεις.

Περισσότερες επισκέψεις, περισσότερες πιθανότητες για χαμένες δόσεις

Αυτός είναι ίσως ο πιο πρακτικός κίνδυνος που επισημαίνουν οι ειδικοί. Στην καθημερινότητα, ένα επιπλέον ραντεβού δεν πραγματοποιείται πάντοτε. Μπορεί να αναβληθεί επειδή το παιδί αρρώστησε, επειδή οι γονείς δεν μπορούν να απουσιάσουν από την εργασία τους, λόγω κόστους, δυσκολίας πρόσβασης στον γιατρό ή απλώς επειδή το ραντεβού ξεχάστηκε. Όσο περισσότερες επισκέψεις απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα εμβολιαστικό πρόγραμμα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος κάποια δόση να καθυστερήσει ή τελικά να μη γίνει. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα εμβόλια περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα στα χαρτιά, αλλά πόσα παιδιά θα καταφέρουν στην πράξη να ολοκληρώσουν εγκαίρως τον εμβολιασμό τους.

Το MMR στο επίκεντρο

Ακόμη μεγαλύτερες αντιδράσεις προκαλεί η πρόταση για χωριστή χορήγηση των εμβολίων κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς. Το συνδυασμένο MMR χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες, ενώ τα επιστημονικά δεδομένα δεν δείχνουν ότι η χωριστή χορήγηση των συστατικών του προσφέρει πλεονέκτημα ως προς την ασφάλεια.

Υπάρχει και ένα άμεσο πρακτικό εμπόδιο: Ξεχωριστά εμβόλια κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς δεν είναι σήμερα διαθέσιμα στις ΗΠΑ. Η Merck, που παρασκευάζει το MMR, έχει επίσης επισημάνει ότι δεν υπάρχουν δημοσιευμένα επιστημονικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν όφελος από τον διαχωρισμό του. Αντίθετα, η ανάγκη για περισσότερες ενέσεις και περισσότερες επισκέψεις θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή παράλειψη δόσεων.

Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε μία περίοδο κατά την οποία η ιλαρά έχει επανεμφανιστεί δυναμικά στις ΗΠΑ, υπενθυμίζοντας πόσο γρήγορα ένα εξαιρετικά μεταδοτικό νόσημα μπορεί να επιστρέψει όταν δημιουργούνται κενά ανοσίας στον πληθυσμό.

Από την καθολική σύσταση στην «ατομική απόφαση»

Υπάρχει όμως και μία λιγότερο ορατή αλλαγή, η οποία προβληματίζει τους ειδικούς δημόσιας υγείας. Όταν ένα εμβόλιο παύει να αποτελεί καθολική σύσταση και μεταφέρεται σε μια κατηγορία όπου προτείνεται μόνο σε ομάδες υψηλού κινδύνου ή έπειτα από εξατομικευμένη συζήτηση γιατρού και οικογένειας, δεν σημαίνει ότι το εμβόλιο απαγορεύεται. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο εντάσσεται στην καθημερινή παιδιατρική φροντίδα. Ένα εμβόλιο που προηγουμένως αποτελούσε αυτονόητο μέρος μιας προγραμματισμένης επίσκεψης μπορεί πλέον να απαιτεί επιπλέον συζήτηση και απόφαση. Οι ειδικοί ανησυχούν ότι αυτό μπορεί τελικά να μεταφραστεί σε μικρότερη εμβολιαστική κάλυψη.

Ο κίνδυνος της σύγχυσης

Στην εξίσωση προστίθεται και ένας ακόμη παράγοντας: Η εμπιστοσύνη των γονέων. Όταν οι ομοσπονδιακές συστάσεις αποκλίνουν από εκείνες μεγάλων ιατρικών οργανώσεων, οι οικογένειες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με αντικρουόμενα μηνύματα. Ο παιδίατρος μπορεί να προτείνει ένα εμβόλιο που δεν περιλαμβάνεται πλέον στις καθολικές κυβερνητικές συστάσεις ή να ακολουθεί διαφορετικό χρονοδιάγραμμα από αυτό που προβάλλεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Για τους επιστήμονες, η αβεβαιότητα αυτή δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα. Η επιτυχία των εμβολιαστικών προγραμμάτων εξαρτάται όχι μόνο από την αποτελεσματικότητα των ίδιων των εμβολίων, αλλά και από το εάν οι πολίτες γνωρίζουν ποια εμβόλια χρειάζονται, πότε πρέπει να τα κάνουν και ποια επιστημονική σύσταση να εμπιστευθούν.

Τι ανησυχεί τελικά οι επιστήμονες

Οι πρώτες επιστημονικές αντιδράσεις συγκλίνουν σε τέσσερις βασικούς κινδύνους:

  • περισσότερες καθυστερημένες ή χαμένες δόσεις,
  • μεγαλύτερα χρονικά «παράθυρα» χωρίς επαρκή προστασία,
  • πιθανή μείωση της εμβολιαστικής κάλυψης και
  • μεγαλύτερη σύγχυση των οικογενειών.

Η ουσία της επιστημονικής διαφωνίας δεν είναι, επομένως, εάν ένα παιδί θα κάνει «πολλά» ή «λίγα» εμβόλια. Είναι εάν η αλλαγή ενός προγράμματος που έχει σχεδιαστεί ώστε να παρέχει προστασία σε συγκεκριμένες ηλικίες και απέναντι σε συγκεκριμένους κινδύνους στηρίζεται σε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το νέο μοντέλο θα προστατεύει τα παιδιά τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικά. Και μέχρι στιγμής, αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που οι μεγάλοι επιστημονικοί και ιατρικοί φορείς υποστηρίζουν ότι λείπει.

Διαβάστε επίσης

ΠΟΥ κατά Τραμπ για τη μείωση των παιδικών εμβολίων: «Οι συστάσεις βασίζονται σε 60 χρόνια επιστημονικής έρευνας»

Ο Τραμπ υπέγραψε διάταγμα που περιορίζει τα συνιστώμενα παιδικά εμβόλια

Ιλαρά: Ακριβό το τίμημα της χαμηλής εμβολιαστικής κάλυψης στις ΗΠΑ – Κάθε κρούσμα κοστίζει πάνω από 53.000 δολάρια