Η κατάθλιψη μπορεί να μην αποτελεί μόνο συνέπεια της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, αλλά κι έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση της νόσου, υποστηρίζουν ερευνητές του Πανεπιστημίου Semmelweis.

Όπως αναφέρουν στις δημοσιεύσεις τους στο Nature Reviews Rheumatology και το The Lancet Rheumatology, οι ερευνητές εξέτασαν πώς η κατάθλιψη, οι διαταραχές ύπνου, η παχυσαρκία, το κάπνισμα και άλλα προβλήματα υγείας μπορεί να συμβάλλουν στην επιμονή των συμπτωμάτων ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μιας χρόνιας αυτοάνοσης πάθησης, στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στις αρθρώσεις, προκαλώντας πόνο, πρήξιμο και δυσκαμψία.

Αν και πολλοί ασθενείς ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία, μια σημαντική μειοψηφία δεν επιτυγχάνει μόνιμη ύφεση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα επίμονα συμπτώματα μπορεί να μην οφείλονται μόνο στη φλεγμονή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, άλλοι παράγοντες ενδέχεται να συμβάλλουν στη διατήρηση του πόνου, της κόπωσης και της μειωμένης ποιότητας ζωής. Η κατάθλιψη, για παράδειγμα, μπορεί να μειώσει τη σωματική δραστηριότητα, να επιδεινώσει τον ύπνο, να συμβάλει στην αύξηση βάρους και να εντείνει την αίσθηση του πόνου. Αυτές οι επιπτώσεις επηρεάζουν την πορεία της νόσου, δημιουργώντας έναν δύσκολο «κύκλο», στον οποίο σωματικά και ψυχικά προβλήματα αλληλοενισχύονται.

Σύμφωνα με την τρέχουσα προσέγγιση, οι ασθενείς παρακολουθούνται τακτικά και η θεραπεία προσαρμόζεται εάν η φλεγμονή παραμένει ενεργή. Ωστόσο, η ομάδα του Semmelweis υποστηρίζει ότι εάν οι κλινικοί στόχοι βελτιωθούν, αλλά ο ασθενής εξακολουθεί να αναφέρει πόνο και κόπωση, κρίνεται απαραίτητο οι γιατροί να εξετάζουν κι άλλες πιθανές αιτίες, όπως σύνδρομο χρόνιου πόνου, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου ή παχυσαρκία. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή περιττών επιβαρύνσεων στη φαρμακευτική αγωγή και να οδηγήσει σε πιο εξατομικευμένη φροντίδα.

Οι ερευνητές έχουν προτείνει ένα μοντέλο σχεδιασμένο να εντοπίζει νωρίτερα τους πραγματικούς παράγοντες των επίμονων συμπτωμάτων και να οδηγεί σε μια πιο αποτελεσματική θεραπεία. Η ομάδα διερευνά επίσης τον πιθανό ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στις μελλοντικές στρατηγικές θεραπείας. Η αναγνώριση προτύπων με βάση την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό υποομάδων ασθενών, υποστηρίζοντας την εξατομικευμένη θεραπεία.

Το βασικό συμπέρασμα της παρούσας έρευνας είναι ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας ενδέχεται να απαιτεί όχι μόνο τον έλεγχο της φλεγμονής, αλλά και την αντιμετώπιση των ευρύτερων σωματικών, ψυχολογικών και σχετικών με τον τρόπο ζωής παραγόντων, που επηρεάζουν την ευεξία και τη λειτουργικότητα των ασθενών.

Διαβάστε επίσης

Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Νέα μελέτη αναδεικνύει 4 πρώιμα «καμπανάκια» της νόσου

Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Νικήστε αποτελεσματικά τον πόνο – Ένας γιατρός συμβουλεύει

Φάρμακο για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα «ρίχνει» και την αρτηριακή πίεση