Δεν χρειάζεται μία ολόκληρη ζωή μέσα στο νέφος για να αφήσει η ατμοσφαιρική ρύπανση το αποτύπωμά της στον οργανισμό. Σύμφωνα με νεότερα επιστημονικά δεδομένα, ακόμη και μία ώρα έκθεσης σε καθημερινούς ρύπους μπορεί να είναι αρκετή για να καταγραφούν αλλαγές στη λειτουργία των πνευμόνων και του εγκεφάλου.

Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο npj Clean Air, 15 υγιείς εθελοντές άνω των 50 ετών εκτέθηκαν για 60 λεπτά σε διαφορετικές πηγές ρύπανσης, όπως καυσαέρια ντίζελ, καπνό από ξύλα, εκπομπές μαγειρέματος και αερολύματα από λιμονένιο, ουσία που περιέχεται σε πολλά αρωματικά καθαριστικά. Οι ερευνητές συνέκριναν τις επιδράσεις με την έκθεση σε καθαρό αέρα και αξιολόγησαν τη γνωστική και αναπνευστική λειτουργία πριν και μετά την έκθεση.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι ορισμένοι ρύποι προκάλεσαν μεταβολές στην πνευμονική λειτουργία, ενώ παρατηρήθηκαν και αλλαγές σε δείκτες εγκεφαλικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι αναπνευστικές αντιδράσεις ήταν πιο έντονες μετά την έκθεση σε αερολύματα λιμονενίου και καπνό ξύλου, ενώ τα καυσαέρια ντίζελ και ο καπνός ξύλου φάνηκαν να επηρεάζουν περισσότερο ορισμένες παραμέτρους της γνωστικής λειτουργίας.

Τα στοιχεία αυτά έρχονται να προστεθούν σε προηγούμενη μελέτη στο Nature Communications, στην οποία 26 ενήλικες εκτέθηκαν για μία ώρα σε αυξημένα επίπεδα σωματιδιακής ρύπανσης ή σε καθαρό αέρα. Τέσσερις ώρες αργότερα, οι συμμετέχοντες εμφάνισαν χειρότερες επιδόσεις στην επιλεκτική προσοχή και στην αναγνώριση συναισθηματικών εκφράσεων, ενώ δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στη μνήμη εργασίας ή στην ψυχοκινητική εγρήγορση.

Με απλά λόγια, η ρύπανση δεν φαίνεται να «σβήνει» συνολικά τη λειτουργία του εγκεφάλου, αλλά μπορεί να θολώνει συγκεκριμένες δεξιότητες της καθημερινότητας: την ικανότητα να συγκεντρωνόμαστε, να αγνοούμε περισπασμούς ή να διαβάζουμε σωστά τις εκφράσεις των άλλων.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν η έκθεση δεν είναι στιγμιαία, αλλά μακροχρόνια. Μελέτη του McMaster University, που δημοσιεύθηκε στο Stroke και βασίστηκε σε δεδομένα σχεδόν 7.000 μεσήλικων ενηλίκων στον Καναδά, συνέδεσε την υψηλότερη έκθεση σε λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 και διοξείδιο του αζώτου με χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ μνήμης, κατανόησης και νοητικής ταχύτητας, καθώς και με ενδείξεις αγγειακής εγκεφαλικής βλάβης σε μαγνητικές τομογραφίες.

Οι επιστήμονες τονίζουν, πάντως, ότι τα ευρήματα πρέπει να διαβάζονται με προσοχή. Οι μελέτες δείχνουν μετρήσιμες επιδράσεις και συσχετίσεις, όχι ότι μία ώρα ρύπανσης προκαλεί από μόνη της μόνιμη βλάβη ή άνοια. Αναδεικνύουν, όμως, πόσο ευαίσθητος μπορεί να είναι ο οργανισμός ακόμη και σε σύντομες εκθέσεις σε ρύπους που συναντάμε καθημερινά: στην κίνηση, στο μαγείρεμα, στο τζάκι, ακόμη και σε αρωματισμένα προϊόντα καθαρισμού όταν ο χώρος δεν αερίζεται σωστά.

Το μήνυμα των ερευνητών είναι σαφές: O καθαρός αέρας δεν είναι πολυτέλεια, αλλά παράγοντας υγείας. Και όσο η ρύπανση διεισδύει αθόρυβα στην καθημερινότητά μας, τόσο πιο σημαντικό γίνεται να περιορίζεται η έκθεση όπου είναι εφικτό, με καλύτερο αερισμό, λιγότερη καύση σε εσωτερικούς χώρους και πολιτικές που μειώνουν τους ρύπους στην πόλη.

Διαβάστε επίσης

Οι ατμοσφαιρικοί ρύποι αυξάνουν έως και 4 φορές τον κίνδυνο άνοιας

Ήπαρ: Ο νέος μεγάλος εχθρός του είναι μικροσκοπικός – Και το «γεμίζει» λίπος

Ποια χώρα της Ευρώπης έχει τον πιο βρώμικο αέρα – Η θέση της Ελλάδας