Στην ανάγκη ενός διαφορετικού, στρατηγικού σχεδιασμού για το ανθρώπινο δυναμικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας αναφέρθηκε ο Παύλος Χρηστίδης, Βουλευτής Νοτίου Τομέα Αθηνών & Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, μιλώντας στο 7ο Συνέδριο Ygeiamou.

Ο κ. Χρηστίδης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο χαρακτήρισε «καρδιά του Εθνικού Συστήματος Υγείας». Όπως ανέφερε, «το ζήτημα δεν εξαντλείται στη συζήτηση για περισσότερες μόνιμες θέσεις, στα βαρέα και ανθυγιεινά ή στις επιμέρους εισηγήσεις που έχουν κατά καιρούς κατατεθεί, αλλά απαιτείται συνολικός σχεδιασμός με βάση τα πραγματικά δεδομένα».

Επικαλούμενος στοιχεία του ΟΟΣΑ, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εμφανίζει περίπου 6,6 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 3,9. Την ίδια ώρα, όμως, διαθέτει μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ ξεπερνά τους 9 νοσηλευτές.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν μια διαχρονική διαρθρωτική ανισορροπία, την οποία η κυβέρνηση όφειλε να έχει αντιμετωπίσει εγκαίρως, καθώς δεν πρόκειται για νέο πρόβλημα.

Παράλληλα, στάθηκε στην άνιση κατανομή του προσωπικού, επισημαίνοντας ότι μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού συγκεντρώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ ορεινές, νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις. Όπως τόνισε, η κατάσταση αυτή οδηγεί γιατρούς και νοσηλευτές σε υπερπροσπάθεια και συχνά στα όρια της επαγγελματικής εξουθένωσης, με το πρόβλημα να γίνεται ιδιαίτερα εμφανές τα τελευταία χρόνια.

Καταλήγοντας, σημείωσε ότι το ΕΣΥ αντιμετωπίζει πράγματι σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, όμως το βασικό ζήτημα είναι οι πολιτικές που αφορούν το ανθρώπινο δυναμικό. Όπως είπε, απαιτείται ένας νέος στρατηγικός σχεδιασμός, «από πάνω προς τα κάτω», που θα λαμβάνει υπόψη τις γεωγραφικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες της χώρας.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι στα ζητήματα της υγείας είναι αναγκαίο να υπάρχουν βασικές συναινέσεις, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στην περίοδο της πανδημίας, όπου προωθήθηκε σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών, που αφορούσαν στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης.

«Ήταν μια μάχη εθνικής σημασίας, που ξεπερνούσε την εκάστοτε κυβέρνηση», ανέφερε, σημειώνοντας παράλληλα ότι η συναίνεση στα μεγάλα ζητήματα δεν αναιρεί το δικαίωμα της πολιτικής διαφωνίας σε συγκεκριμένες επιλογές. Αντιθέτως, όπως τόνισε, επιτρέπει έναν πιο ουσιαστικό διάλογο για τις πολιτικές που πρέπει να ακολουθηθούν στην υγεία.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ανάγκη ενίσχυσης των περιφερειακών νοσοκομείων, επισημαίνοντας ότι, εάν οι δομές αυτές ήταν όσο ισχυρές χρειάζεται, θα μπορούσε να περιοριστεί η πίεση προς τα μεγάλα νοσοκομεία των αστικών κέντρων.

Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι στα μεγάλα ζητήματα απαιτείται μια στρατηγική με εθνικά χαρακτηριστικά, η οποία να αφορά σε όλες τις γενιές των Ελλήνων.

Διαβάστε επίσης

Γαζούλη: Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα δεύτερο μάτι για καλύτερα αποτελέσματα

Γαλάνης: «Χρειάζονται μαθήματα Τεχνητής Νοημοσύνης από την πρώτη δημοτικού»

Παπαδημητρίου: Χρειάζεται υπευθυνότητα στη διαχείριση της φαρμακευτικής δαπάνης – Το φάρμακο δεν είναι σοκολάτα