Eπιστημονικές μελέτες των τελευταίων ετών εξετάζουν κατά πόσο αλλαγές στη στάση του σώματος και στον τρόπο βάδισης παιδιών σχολικής ηλικίας μπορεί να σχετίζονται με νευροαναπτυξιακές καταστάσεις, όπως ο αυτισμός και η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).

Σύμφωνα με τα ευρήματα, παιδιά με διαταραχή του φάσματος του αυτισμού φαίνεται να παρουσιάζουν συχνότερα μία πρόσθια κλίση της λεκάνης κατά τη βάδιση, κατά μέσο όρο περίπου πέντε μοίρες περισσότερο σε σύγκριση με παιδιά χωρίς τη διαταραχή. Η αλλαγή αυτή μπορεί να δίνει την εντύπωση πιο έντονου οπίσθιου προφίλ, χωρίς να σχετίζεται με πραγματική αύξηση όγκου.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι συμπεριφορές που παρατηρούνται συχνά στον αυτισμό – όπως η βάδιση στις μύτες ή η παρατεταμένη καθιστή στάση σε επαναλαμβανόμενες θέσεις – μπορούν να οδηγήσουν σε σύσπαση των καμπτήρων μυών του ισχίου, επηρεάζοντας τη στάση και την ισορροπία του σώματος. Αυτό ενδέχεται να προκαλεί αντισταθμιστικές αλλαγές στον τρόπο που τα παιδιά στέκονται ή περπατούν.

Μελέτες από την Ιαπωνία και την Ιταλία, που χρησιμοποίησαν ανάλυση κίνησης με τρισδιάστατη καταγραφή κατά τη βάδιση, έδειξαν ότι οι αλλαγές αυτές μπορούν να γίνουν ορατές κυρίως σε παιδιά ηλικίας 8 έως 10 ετών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η βαρύτητα των κινητικών διαφορών φάνηκε να σχετίζεται με την ένταση των συμπτωμάτων.

Αντίστοιχα ευρήματα έχουν καταγραφεί και σε παιδιά με ΔΕΠΥ. Έρευνα του 2017 έδειξε ότι αγόρια με τη διαταραχή παρουσίαζαν επίσης μεγαλύτερη πρόσθια κλίση της λεκάνης, καθώς και ταχύτερο ρυθμό βάδισης, με τη στάση αυτή να συνδέεται με υπερκινητικά και παρορμητικά χαρακτηριστικά.

Οι επιστήμονες τονίζουν με έμφαση ότι οι αλλαγές στη στάση του σώματος δεν προκαλούν τον αυτισμό ή τη ΔΕΠΥ, ούτε αποτελούν διαγνωστικό κριτήριο. Αντίθετα, μπορεί να αποτελούν δευτερογενή εκδήλωση των επιδράσεων που έχουν οι καταστάσεις αυτές στη μυϊκή λειτουργία, τον έλεγχο της κίνησης και την ισορροπία.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι η παρατεταμένη κακή ευθυγράμμιση του σώματος μπορεί να οδηγήσει σε σωματικές ενοχλήσεις, όπως πόνο στη μέση, στα ισχία ή στα γόνατα, γεγονός που ενδέχεται να επιβαρύνει την καθημερινότητα των παιδιών.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η παρατήρηση της στάσης και της κίνησης μπορεί να συμβάλει υποστηρικτικά στην κατανόηση των αναγκών ενός παιδιού, όχι όμως στη διάγνωση. Η έγκαιρη αναγνώριση κινητικών δυσκολιών μπορεί να βοηθήσει στον σχεδιασμό παρεμβάσεων, όπως φυσικοθεραπεία ή στοχευμένες ασκήσεις, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής.

Διαβάστε επίσης

ΔΕΠΥ: Γιατί αυξάνονται οι διαγνώσεις σε παιδιά και ενήλικες – Τι δείχνει μελέτη

Νέα έρευνα απαντά για την παρακεταμόλη στην εγκυμοσύνη και τον κίνδυνο αυτισμού

ΔΕΠΥ: Γιατί οι γυναίκες διαγιγνώσκονται 5 χρόνια μετά τους άνδρες; Νέα μελέτη έχει την απάντηση