*Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Ε. Δασκαλάκης, MD, PhEM, ATLS(Dir), EMScDM, ITMSc, HMMSc, MScRBS, MHESMSc, PhD, FEBS(Br), FACS, Γενικός Χειρουργός, Ειδικός Ιατρός Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), Χειρουργός Μαστού Διευθυντής ΕΣΥ και Επιστημονικά Υπεύθυνος της Διατομεακής Μονάδας Μαστού (Κέντρο Μαστού) του Γ.Ν.Μ. “Έλενα Βενιζέλου”- Αθήνα, Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Γ.Ν.Μ. “Έλενα Βενιζέλου”

Ο καρκίνος του μαστού παραμένει η συχνότερη κακοήθεια στις γυναίκες παγκοσμίως. Το 2024 εκτιμάται ότι διαγνώστηκαν περίπου 2,4 εκατομμύρια γυναίκες, σε όλο τον κόσμο και καταγράφηκαν 694.000 θάνατοι. Στην Ελλάδα, οι νεότερες εκτιμήσεις του GLOBOCAN για το 2024 υπολογίζουν 8.733 νέα περιστατικά και 2.398 θανάτους, ενώ ο καρκίνος του μαστού, αντιστοιχεί περίπου στο 32% του συνολικού αριθμού, των νέων καρκίνων στις γυναίκες. Η βελτίωση της έγκαιρης διάγνωσης και των θεραπειών, έχει αλλάξει θεαματικά προς το καλύτερο, την πορεία της νόσου, χωρίς όμως να έχει λύσει το βασικό ερώτημα: μπορούμε να προβλέψουμε ποια γυναίκα και πότε, θα νοσήσει; Η ίδια εικόνα θυμίζει ότι η συχνότητα δεν είναι το μοναδικό μέτρο της επιβάρυνσης: η έγκαιρη διάγνωση, η εύκολη πρόσβαση σε εξειδικευμένες Μονάδες μαστού και η συνέπεια στην παρακολούθηση, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πρόγνωση και τις ανισότητες μεταξύ πληθυσμών.
Η επικαιροποιημένη απάντηση στο ερώτημα της έγκαιρης πρόβλεψης είναι: όχι με ακρίβεια, αλλά, μπορούμε να γνωρίζουμε όλο και καλύτερα το πεδίο κινδύνου και να αναγνωρίζουμε ευκολότερα, τις γυναίκες με τις περισσότερες πιθανότητες να νοσήσουν (υψηλού κινδύνου-high risk). Η ηλικία, η κληρονομική προδιάθεση, με χαρακτηριστικότερα τα κλασικά γονίδια BRCA1 και BRCA2, αλλά και τα νεότερα ATM, TP53, το οικογενειακό ιστορικό, το ορμονικό και αναπαραγωγικό ιστορικό, η παχυσαρκία μετά την εμμηνόπαυση, η κατανάλωση αλκοόλ και κυρίως η σωματική αδράνεια, ανήκουν τεκμηριωμένα, στους αναγνωρισμένους παράγοντες.
Ταυτόχρονα, όμως, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, επισημαίνει ότι περίπου 80% των καρκίνων μαστού, εμφανίζονται σε γυναίκες χωρίς κάποιον συγκεκριμένο παράγοντα κινδύνου πέρα από το φύλο και την ηλικία. Άρα, «πρόβλεψη» δεν σημαίνει μοιρολατρική βεβαιότητα νόσησης. Σημαίνει καλύτερη εκτίμηση κινδύνου και κυρίως, παρέμβαση σε ό,τι μπορεί να τροποποιηθεί.
Σε αυτήν ακριβώς τη ζώνη, βρίσκεται το χρόνιο στρες. Το στρες δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως μία απλή, μοναδική «αιτία» καρκίνου. Η σχέση του με την εμφάνιση του καρκίνου μαστού, παραμένει σύνθετη και οι επιδημιολογικές μελέτες, δεν έχουν δώσει οριστική αιτιώδη απάντηση. Ωστόσο, η βιολογική του επίδραση είναι πραγματική και αποδεδειγμένη επιστημονικά: η παρατεταμένη ενεργοποίηση του ενδοκρινικού άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων και του συμπαθητικού νευρικού συστήματος (πχ. αίσθημα παλμών, «βάρους» στο στήθος, κλπ) επηρεάζει την κορτιζόλη, τη φλεγμονή, την ανοσολογική λειτουργία και το οξειδωτικό στρες. Το τελευταίο συνδέεται με βλάβες στο DNA, διαταραχές των φυσιολογικών κυτταρικών μηχανισμών και ένα οργανικό περιβάλλον, που μπορεί να διευκολύνει την καρκινογένεση και την εξέλιξη της νόσου, ενώ ταυτόχρονα η ανοσολογική του δυσλειτουργία, παρεμποδίζει την ορθή αμυντική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, έναντι της καρκινογένεσης.
Εδώ εισέρχεται και η Επιγενετική. Τα γονίδιά μας, δεν αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζει ο τρόπος ζωής μας, αλλά αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ορισμένα γονίδια «διαβάζονται» και εκφράζονται. Η μεθυλίωση του DNA, οι τροποποιήσεις των ιστονών (πρωτεΐνες που περιβάλουν/σταθεροποιούν στο χώρο, το DNA) και η ρύθμιση της χρωματίνης, αποτελούν μηχανισμούς, που επηρεάζονται από ορμόνες, μεταβολισμό, άσκηση, ύπνο, κιρκάδιους ρυθμούς, διατροφή και χρόνιο στρες και δεν είναι αποτέλεσμα κληρονομούμενης γονιδιακής μετάλλαξης. Αξίζει να σημειωθεί για το τελευταίο ότι, μόνο στο 5-7% των πάσχουσων ασθενών, ανευρίσκεται τέτοιου είδους γονιδιακή μετάλλαξη, η οποία ανιχνεύεται πλέον, με τα σύγχρονα γονιδιακά πάνελς – NSG γονιδιακός έλεγχος. Πρόσφατα λοιπόν, δεδομένα δείχνουν ότι, οι επιγενετικές υπογραφές που σχετίζονται με χρόνια έκθεση σε κορτιζόλη, διαφέρουν μεταξύ φυσιολογικού και καρκινικού ιστού και σχετίζονται με πιο προχωρημένα χαρακτηριστικά του όγκου. Αυτό, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, αλλά δεν ισοδυναμεί ακόμη, με μια απόλυτα, τεκμηριωμένη επιστημονική απόδειξη, ότι η μείωση του στρες «σβήνει» τον καρκίνο ή αποτρέπει, από μόνη της, την εμφάνισή του.
Η κλινικά, χρήσιμη ιδέα είναι διαφορετική: το βιολογικό περιβάλλον δεν είναι απολύτως στατικό. Η Lifestyle Medicine (Ειδικότητα της Ιατρικής) αντιμετωπίζει την υγεία ως αποτέλεσμα καθημερινών, επαναλαμβανόμενων επιλογών που εστιάζουν στη σωματική δραστηριότητα, στην ποιοτική διατροφή τύπου Μεσογειακής, στον επαρκή ύπνο σύμφωνα με τους κιρκάδιους ρυθμούς του σώματος, στον έλεγχο του βάρους, στην αποφυγή καπνού και στον περιορισμό ή την αποφυγή αλκοόλ, στις ουσιαστικές/αληθινές και όχι κατ’ επίφαση/«τοξικές», κοινωνικές σχέσεις και στη συστηματική διαχείριση του στρες, μέσω της αυτογνωσίας. Σε γυναίκες, που έχουν ήδη νοσήσει, αυτές οι παρεμβάσεις δεν αντικαθιστούν ποτέ τη χειρουργική, την ακτινοθεραπεία, τη χημειοθεραπεία, την (αντι-)ορμονοθεραπεία ή τις στοχευμένες θεραπείες. Λειτουργούν όμως, συμπληρωματικά, βελτιώνοντας τη συνολική υγεία, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής, ενώ για ορισμένες συμπεριφορές, υπάρχουν δεδομένα και για καλύτερες εκβάσεις, περιορίζοντας τον κίνδυνο της επανεμφάνισης της νόσου (υποτροπή). Για γυναίκες όμως, που δεν έχουν νοσήσει, η τροποποίηση προς το ορθότερο, αυτών των καθημερινών παραμέτρων, ενδεχόμενα, να ενδυναμώνουν την πιθανότητα, μη εμφάνισης καρκίνου μαστού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, έχει πρόσφατη ελληνική τυχαιοποιημένη μελέτη σε επιζώσες καρκίνου του μαστού, που έλαβε χώρα στη Μονάδα μας, σε συνεργασία, με την έδρα της Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής Αθηνών (ΕΚΠΑ) και στην οποία, εφαρμόστηκε για έξι εβδομάδες, ένα ολιστικό πρόγραμμα διαχείρισης στρες, σύμφωνα με την Πυθαγόρειο Αυτογνωσία, μία συμβουλευτική, βασισμένη στους πυλώνες της Lifestyle Medicine και στις σύγχρονες, επιστημονικά αποδεδειγμένες, τεχνικές χαλάρωσης. Από τις 68 γυναίκες που ολοκλήρωσαν τη μελέτη, η ομάδα παρέμβασης εμφάνισε, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, σημαντική μείωση του οξειδωτικού στρες, με παράλληλη αύξηση της αντιοξειδωτικής ικανότητας, αύξηση των τελομερών του DNA των ασθενών (δηλαδή, επιμήκυνση της βιολογικής ηλικίας), μείωση των ανησυχιών υγείας για υποτροπή, αλλά και βελτιώσεις στον τρόπο ζωής, στον ύπνο, στο αντιλαμβανόμενο στρες, στα καταθλιπτικά συμπτώματα, στην αυτο-αποτελεσματικότητα και στον δείκτη μάζας σώματος. Δεν μεταβλήθηκαν όμως, σημαντικά, όλοι οι μετρούμενοι δείκτες. Για παράδειγμα, η κορτιζόλη τρίχας και το συνολικό άγχος, δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη, για μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες και εφαρμογή των ανωτέρω χειρισμών, για πολύ περισσότερο χρόνο (συνολική αλλαγή τρόπου ζωής).
Μπορούμε, λοιπόν, να ονομάσουμε τον καρκίνο του μαστού «προβλέψιμη νόσο»; Με την έννοια ότι, δεν διαθέτουμε ακόμη, ένα επιστημονικό εργαλείο, που θα μας υποδεικνύει με βεβαιότητα ή με πολύ υψηλό δείκτη υποψίας, ποια γυναίκα θα νοσήσει, όχι, προς το παρόν. Μπορούμε όμως, να μιλάμε για μια νόσο της οποίας, ο κίνδυνος χαρτογραφείται ολοένα και καλύτερα και της οποίας, ένα μέρος του βιολογικού περιβάλλοντος, είναι τροποποιήσιμο. Η πρόληψη, ο προσυμπτωματικός έλεγχος, η έγκαιρη διάγνωση και η σύγχρονη θεραπεία παραμένουν οι ακρογωνιαίοι λίθοι. Δίπλα τους, η οργανωμένη διαχείριση και η τροποποίηση του χρόνιου στρες καθώς και η Lifestyle Medicine, προσθέτουν κάτι ουσιαστικό: την ενεργό συμμετοχή της κάθε γυναίκας, στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου ψυχοβιολογικού περιβάλλοντος για την ίδια, ακόμη και πριν νοσήσει.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη αλλαγή της εποχής μας. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε όλα τα γονίδια, ούτε όλα τα γεγονότα της ζωής. Μπορούμε, όμως, να επηρεάσουμε καθημερινά, πολλούς από τους μηχανισμούς, μέσω των οποίων το περιβάλλον, «συνομιλεί» με τη βιολογία μας. Όχι με υποσχέσεις βεβαιότητας, αλλά με τεκμηριωμένη πρόληψη, καλύτερη ανθεκτικότητα, συνεχή αυτογνωσία με στόχο τη δημιουργία και τη διατήρηση «φιλικότερης» προς τον οργανισμό μας, καθημερινότητας και τέλος, πιο ολοκληρωμένη φροντίδα από το Σύστημα Υγείας.
Διαβάστε επίσης
Έλληνες ερευνητές σε μελέτη που «βλέπει» με ΑΙ ίχνη καρκίνου μαστού έως και 6 χρόνια νωρίτερα
Ποιος γιατρός «βλέπει» τη μαστογραφία και το υπερηχογράφημα μαστού; Ο ειδικός εξηγεί